Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Η μοναξιά είναι από χώμα: Απόσπασμα

Έρχεται η ώρα που θα λυτρωθώ από σένα!
Και θα λυτρωθώ από σένα αγαπώντας σε περισσότερο, με της αγάπης το άμετρο μέτρο που είναι η περισσία.
Έρχεται η ώρα που δεν θα σε παίρνω από πίσω σα σκύλος, που δεν θα σε κατασκοπεύω με τη σκέψη, που δε θα σε πολιορκώ με υποθέσεις, που δε θα στήνω αγανακτισμένους διαλόγους στο μυαλό μου μαζί σου τις νύχτες, που δεν θα αγωνιώ για την εντύπωση που σου δίνω.
Θα σ’ αγαπώ τόσο που δεν θα σε απαιτώ δικιά μου. Να είσαι μόνο καλά εσύ χωρίς να ψάχνομαι πόσο καλά είμαι εγώ από το καλά σου. η καταπληγιασμένη μου φιλαυτία άρχισε να ζαρώνει και να σκύβει κι εγώ αρχίζω να βλέπω εσένα πίσω της και να μπορώ να σε αγαπήσω.
Ούτε και γράμματα έχω ανάγκη να σου γράφω πια. Υπάρχω μόνο και σ’ αγαπώ κι αυτό το “σ’ αγαπώ” που δεν έχει ανάγκη καμία, ούτε καν για ανταπόδωση, θα πλημμυρίσει, θα γεμίσει με τον κυματισμό του τον κόσμο όλο, θα έρχεται και σε σένα κι εσύ θα μπορείς, όποτε θες να τ’ ακούς. Φτάνει να το θές.
Τα γράμματα που σου γράφω τα κόβω εδώ. Με περιορίζουν, με μεθούν, γεμίζω παραισθήσεις κι απ’ την αυτοσυγκίνηση τραβάω λάθος δρόμους. Όλο για τον εαυτό μου καταλήγω να μιλώ και να χαϊδολογιέμαι.
Να υπάρχω μονάχα, να σ’ αγαπώ μονάχα και να μην έχω λόγο κανένα να το δηλώνω. Ούτε την παρουσία μου να μη χρειάζεται να δηλώνω πια.
Σ’ αγαπώ τόσο που το ξεχνώ, όπως ξεχνάμε τα αυτονόητα και τα φυσικά. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε κρίνω και εντελλώς σε αποδέχομαι. Γλίτωσα από το μαρτύριο να προσπαθώ συνεχώς να σε διορθώνω.
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε θέλω. Γιατί δεν θες παρά ότι σου λείπει κι εσύ πια δεν μου λείπεις αφού στης αγάπης τον τόπο δεν χωρά η απόσταση. Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι είμαι έρχεσαι.
Είμαστε στο παντού και στο πάντα τώρα που σ’ αγάπησα κι η αγάπη μου μας κάνει αδιαίρετους.
Εσύ καλή μου, μου δίδαξες την καταστροφή του να σ’ αγαπώ λίγο. Το λίγο ανοίγει ρωγμές να γλιστρά μέσα ο ακόρεστος εγωϊσμός, να σε απαιτεί, να σε διεκδικεί. η παρενέργεια του εγωϊστικού έρωτα είναι μια: γενική δηλητηρίαση που την αγάπη την αλλοιώνει σε μίσος.
Η αγάπη δεν είναι κατα περίσταση, η αγάπη είναι άνευ όρων, δεν παζαρεύει δούναι και λαβείν, η αγάπη είναι έξοδος γιατί το εγώ το κάνει εσύ και σε λυτρώνει.
Στην αναμέτρηση ανάμεσα σε σένα και μένα αναμετρήθηκε ο εγωϊσμός μου με το σύμπαν. Αρχίζω να το αναγνωρίζω ύστερα από τόσες μάχες και τόσους τραυματισμούς πως η δόξα του πολέμου είναι η συμφιλίωση κι η δόξα του νικητή η υποταγή. Η ευγενική υποταγή όπως του βράχου που από σθένους περίσσια σκύβει και πλένει με θάλασσα τα πόδια της στεριάς.
Όχι καλή μου αγάπη, εσύ δεν τελειώνεις, το τέλος σου δεν έχει τελειωμό. Τα πράγματα δεν τελειώνουν έτσι εύκολα όπως το λέμε, τα πράγματα μεταλλάσσονται κι εγώ τώρα μεταλλάσσω τον απάνθρωπο έρωτά μου, σε αγάπη φιλάνθρωπη.
Δεν θέλω να μιλώ άλλο για μένα. Οι λέξεις είναι φυλακή, κατακρατούν τα δεύτερα και τους ξεφεύγει το κύριο που πετά πέρα σαν ήχος καμπάνας που σε τίποτα δεν φυλακίζεται. Οι λέξεις ταριχεύουν το ζωντανό και δεν το αφήνουν να περπατήσει.
Σ’ αγαπώ πια τόσο που δεν σ’ εχω ανάγκη. Σ’ αγαπώ τόσο που σε απαλλάσσω από μένα. Σ΄αγαπώ αληθινά και δεν φοβάμαι. Κατόρθωσα πραγματικά να μη σε φοβάμαι!
Ο φόβος σου ήταν πανίσχυρος. Με φόβο γεννηθήκαμε, με φόβο ανατραφήκαμε, τίποτα σχεδόν δικό μας δεν είναι ελεύθερο κι είναι δύσκολο να ξαναγεννηθούμε. Λεγεώνες μέσα μας και λεγεώνες προγόνων πίσω μας φοβούνται. Ελευθερία είναι η νίκη του φόβου και τον φόβο η φιλαυτία μας τον σπέρνει. Από πάνω της περνά η πύλη που βγάζει στη ζωή την αληθινή κι άλλον τρόπο δεν έχουμε. Άλλο τρόπο δεν έχω για να ζήσω: να σ’αγαπώ άφοβα, ελεύθερα.
Αγαπώντας σε να υπάρχω, τι να τα κάνω τα ίχνη…
Να σε αγαπώ άφοβα, ελεύθερα! Αρχίζω να εμπιστεύομαι την ζωή και να μην έχω αγωνία. Ζωή δεν είπαμε πως είναι το άλλο όνομα της αλήθειας;
Οι λέξεις είναι ξένα σώματα. Μ’ ενοχλούν. Μπορώ πια να σωπάσω...

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Δε φταίω εγώ που μεγαλώνω...


Και να που τα ταξίδια
μείναν μόνο όνειρα
Και να που οι φωνές
και τα τραγούδια σώπασαν

Και να που η ζωή
τώρα κυλάει πιο γρήγορα
Και να που τα παιδιά
και τα παιχνίδια χάθηκαν

Δε φταίω εγώ που μεγαλώνω
Χτυπάει πισώπλατα ο χρόνος
Δε φταίω εγώ που μεγαλώνω
Φταίει η ζωή που είναι μικρή

Ραγίσαν τα φεγγάρια
που ‘χε φέρει η άνοιξη
Μαρμάρωσε το φως 
στο τελευταίο νύχτωμα

Φτιασίδι ερωτικό
που θα φοράει το αύριο
Στις πιάτσες της βροχής
που θα πουλιέται Σάββατο

Καλωσόρισμα

Καλώς ήρθατε στο διαστημόπλοιο του Μικρού Πρίγκηπα. Καλώς ήρθατε ως συνεπιβάτες στο ταξίδι των αισθήσεων, αισθημάτων, λογοτεχνίας, σκέψης, μουσικής, φωτογραφίας, και όποιας τέχνης μπορεί να αγγίξει την ψυχή του Μικρού Πρίγκηπα, του ξεχασμένου παιδιού μέσα μας που ζητάει απεγνωσμένα να βγεί στην επιφάνεια, να αναπνεύσει, να ζήσει, να πλημμυρίσει τη λογική μας.
Σ'αυτό το ταξίδι προορισμός δεν υπάρχει. Αυτό το ταξίδι γίνεται για το ταξίδι. Αυτό το ταξίδι γίνεται για εμάς, τους απανταχού Μικρούς Πρίγκηπες που ζούνε στους πλανήτες τους.
Αφορμή για την ονομασία του ταξιδιού είναι φυσικά το γνωστό αριστούργημα, δημιούργημα διδακτικό και συνάμα βγαλμένο απο μια αληθινή ψυχή.
Αυτά προς το παρόν, τα λόγια των μεγάλων είναι ακατανόητα πλέον, ας μιλήσει ο Πρίγκηπας...

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Ποιοι είναι οι ανθρώπινοι τύποι που συνάντησε ο μικρός πρίγκηπας στους διάφορους πλανήτες, ποια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και τα κοινά σημεία

Οι ανθρώπινοι τύποι που συνάντησε ο μικρός πρίγκηπας στους διαφόρους πλανήτες έχουν κάποιες διαφορές αλλά λίγο πολύ είναι όλοι σχεδόν ίδιοι.

Ο πρώτος άνθρωπος ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος νόμιζε πως βασιλεύει στα πάντα χωρίς να υπάρχει τίποτα που μπορεί πραγματικά να βασιλέψει. Όποτε βλέπει κάποιον πάνω στο πλανήτη του πιστεύει πως είναι υπήκοός του χωρίς καν να τον γνωρίζει. Όμως πάντα δίνει εντολές που μπορούν να πραγματοποιηθούν.

Ο δεύτερος ήταν ένας ματαιόδοξος που πίστευε πως όλοι τον θαύμαζαν, για αυτό έβαλε τον μικρό πρίγκηπα να τον χειροκροτεί χωρίς να έχει κάνει τίποτα που να αξίζει το χειροκρότημα. Επίσης ήταν τόσο ματαιόδοξος που όταν ο μικρός πρίγκηπας του έκανε μια από τις πολλές ερωτήσεις που κάνει, αυτός ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει γιατί οι ματαιόδοξοι ακούνε μονάχα τις κολακείες.

Ο τρίτος ήταν ένας πότης που έπινε συνέχεια για να ξεχάσει επειδή ήταν πολύ δυστυχισμένος. Το παράξενο με αυτόν τον πότη ήταν πως έπινε για να ξεχάσει κάτι πως δεν μπορούσε να σταματήσει να πίνει, αλλά δυστυχώς για αυτόν δεν μπορούσε ποτέ να το ξεχάσει.

Ο επόμενος πλανήτης κατοικείτο από έναν μεγαλοεπιχειρηματία του οποίου η περιουσία ήταν μονάχα τα άστρα. Τα άστρα πίστευε πως είναι δικά του επειδή έλεγε πως αυτός τα είδε πρώτος άρα τα είχε κατοχυρώσει. Ήταν τόσο χαρούμενος που όλα αυτά τα λαμπερά πραγματάκια στον ουρανό ήταν δικά του, που τα μέτραγε και τα ξαναμέτραγε σ' όλη του τη ζωή για να σιγουρευτεί πως δεν τα έχει μετρήσει λάθος.

Ο πέμπτος πλανήτης ήταν πάρα πολύ παράξενος και πολύ μικρότερος από όλους τους άλλους. Πάνω του ζούσε ένας φανοκόρος, ένας ανθρωπάκος που κάθε λεπτό άναβε και έσβηνε αντίστοιχα ένα καντήλι. Και αυτό γιατί η διαταγή που του είχε δοθεί ήταν να ανάβει το καντήλι την ημέρα και να το σβήνει την νύχτα, αλλά επειδή ο πλανήτης ήταν πολύ μικρός και γύρναγε γρήγορα, η μέρα και η νύχτα διαρκούσε ένα λεπτό η καθεμιά.

Στον επόμενο πλανήτη ζούσε ένας σοφός γεωγράφος ο οποίος έψαχνε έναν εξερευνητή για να του πει τι έχει δει στα ταξίδια του, και αυτός με τη σειρά του να τα καταγράψει και να σχεδιάσει τους χάρτες. Όταν ο μικρός πρίγκηπας ρώτησε ποιόν πλανήτη αξίζει να επισκεφθεί, ο γεωγράφος του απάντησε τη γη.
Έτσι λοιπόν ο έβδομος πλανήτης ήταν η γη. Ο πρώτος που συνάντησε στη γη ήταν ένα φίδι το οποίο του έδειξε προς τα που να κατευθυνθεί.

Μετά συνάντησε κάτι ρόδα. Με μεγάλη απογοήτευση συνειδητοποίησε ότι όλα ήταν ίδια με το λουλούδι του, το οποίο νόμιζε πως ήταν μοναδικό στον κόσμο. Και όμως υπήρχαν χίλια όμοιά του μόνο σε μια αυλή.
Μετά συνάντησε μια αλεπού που στην αρχή φαινόταν σαν όλες τις άλλες αλλά μετά αφού τη γνώρισε και την εξημέρωσε έγιναν καλοί φίλοι και του φαινόταν σαν η μοναδική αλεπού στον κόσμο.

Στη συνέχεια ο μικρός πρίγκηπας συνάντησε ένα κλειδούχο τρένων. Η δική του ασχολία ήταν να ξεδιαλέγει τους ταξιδιώτες των τρένων που ταξιδεύουν άλλοτε προς τα αριστερά και άλλοτε προς τα δεξιά σε δέματα των χιλίων. Τότε ο μικρός πρίγκηπας εξομολογήθηκε στον κλειδούχο πως εν τέλει μόνο τα παιδιά ξέρουν τι θέλουν να κάνουν.

Ο επόμενος άνθρωπος ήταν ένας έμπορος που πούλαγε χάπια. Με ένα χάπι μια φορά τη εβδομάδα δεν χρειαζόταν κάποιος να πίνει. Αυτό το έκανε ο έμπορος επειδή οι ειδικοί έλεγαν πως είναι μεγάλη εξοικονόμηση χρόνου.

Και ο τελευταίος άνθρωπος που γνώρισε ο μικρός πρίγκηπας είναι ο συγγραφέας του βιβλίου, ο οποίος έπεσε στην έρημο από αεροπορικό δυστύχημα καθώς το αεροπλάνο που οδηγούσε έπαθε βλάβη στον κινητήρα.

Τα κοινά σημεία όλων αυτών των χαρακτήρων είναι πως κανένας τους δεν έχει έναν απώτερο σκοπό στη ζωή εκτός από το να ζει, αλλά και πως όλοι έχουν μια ασχολία που πιστεύουν πως είναι πολύ σημαντική· όμως στην πραγματικότητα είναι τόσο πολύ ασήμαντη. Η μόνη εξαίρεση είναι η αλεπού που έγινε φίλη του και που ελπίζει να ξαναδεί κάποτε τον μικρό πρίγκηπα.

Μικρός Πρίγκηπας: Απόσπασμα από το κείμενο

Αλλά ήρθε η στιγμή που ο μικρός πρίγκηπας, αφού πολύ περπάτησε στην άμμο, στους βράχους και στα χιόνια, ανακάλυψε επιτέλους ένα δρόμο. Κι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στους ανθρώπους. «Καλημέρα», είπε. Ήταν ένας ανθισμένος κήπος με τριαντάφυλλα. «Καλημέρα», είπαν τα τριαντάφυλλα. Ο μικρός πρίγκηπας τα κοίταξε. Έμοιαζαν όλα στο λουλούδι του. «Τι είσαστε;», τα ρώτησε έκπληκτος. «Είμαστε τριαντάφυλλα», είπαν τα τριαντάφυλλα. «Α!» έκανε ο μικρός πρίγκηπας... Κι αισθάνθηκε πολύ δυστυχισμένος. Το λουλούδι του του 'χε πει, πως ήταν το μοναδικό στο σύμπαν. Και να που υπήρχαν πέντε χιλιάδες, όλα τους όμοια, μέσα σ' έναν μόνο κήπο. «θα αισθανόταν πολύ προσβεβλημένο, αν το 'βλεπε αυτό», σκέφτηκε, «θα 'βηχε πολύ καί θα 'κανε πως πεθαίνει, για ν' αποφύγει τη γελοιοποίηση. Και θα 'μουνα υποχρεωμένος να κάνω, πως το φροντίζω, γιατί αλλιώς για να με ταπεινώσει κι εμένα, θ' άφηνόταν στ' αλήθεια να πεθάνει...» Μετά σκέφτηκε κι αυτό: «Νόμιζα, πως έχω τον πλούτο ενός μοναδικού στον κόσμο λουλουδιού καί δεν έχω παρά ένα συνηθισμένο τριαντάφυλλο. Αυτό καί τα τρία μου ηφαίστεια, που μου φτάνουν ως το γόνατο και που το ένα τους ίσως να 'χει σβύσει για πάντα, δεν με κάνουν δα και κανένα μεγάλο πρίγκηπα...» Καί ξάπλωσε στα χορτάρια κι έκλαψε. Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού. «Καλημέρα», είπε η αλεπού. «Καλημέρα», απάντησε ευγενικά ό μικρός πρίγκηπας, που στράφηκε μα δεν είδε τίποτα. «Εδώ είμαι», είπε η φωνή, «κάτω απ' τη μηλιά...» «Ποια είσαι;», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Είσαι πολύ όμορφη...» «Είμαι μια αλεπού», είπε η αλεπού. «Έλα να παίξεις μαζί μου», της πρότεινε ο μικρός πρίγκηπας. «Είμαι τόσο λυπημένος...». «Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου», είπε η αλεπού. «Δεν είμαι εξημερωμένη». «Α! συγνώμην» έκανε ο μικρός πρίγκηπας. Αλλά μετά από σκέψη πρόσθεσε: «Τι σημαίνει «εξημερώνω»;» (...) «Είναι κάτι πολύ ξεχασμένο», είπε η αλεπού. «Σημαίνει «δημιουργώ δεσμούς"». «Δημιουργώ δεσμούς;» «Βέβαια», είπε η αλεπού. «Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο με εκατό χιλιάδες άλλα αγοράκια. Και δεν σ' έχω ανάγκη. Και δεν μ' έχεις ανάγκη ούτε κι εσύ. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Όμως, αν μ' εξημερώσεις, θα 'χουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. θα 'σαι για μένα μοναδικός στον κόσμο, θα 'μαι για σένα μοναδική στον κόσμο...» «Αρχίζω να καταλαβαίνω», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Υπάρχει ένα λουλούδι... νομίζω ότι με έχει εξημερώσει...» «Μπορεί», είπε η αλεπού. (...) Αλλά η αλεπού ξαναγύρισε στην ιδέα της: «Ή ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγώ κότες, οι άνθρωποι με κυνηγούν. Όλες οι κότες μοιάζουν μεταξύ τους, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν μεταξύ τους. Έτσι πλήττω λιγάκι. Αλλά αν μ' εξημερώσεις, η ζωή μου θα 'ναι σα φωτισμένη απ' τον ήλιο. θ' αναγνωρίζω έναν ήχο βημάτων πού θα 'ναι διαφορετικός απ' όλους τους άλλους. Τ' άλλα βήματα με κάνουν να ξαναγυρνώ κάτω απ' τη γη. Τα δικά σου θα με καλούν σα μουσική να βγω απ' την υπόγεια φωλιά μου. Και μετά, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τους κάμπους με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μού είναι άχρηστο. Οι κάμποι του σταριού δεν μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι θλιβερό. Αλλά έχεις μαλλιά χρυσαφιά. Έτσι θα 'ναι θαυμάσια, αν μ' εξημερώσεις! Το στάρι, που είναι χρυσαφί, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ' αρέσει ν' ακούω τον άνεμο στα στάρια...» Η αλεπού σώπασε καί κοίταξε για πολύ το μικρό πρίγκηπα: «Σε παρακαλώ ...εξημέρωσέ με!», είπε. (...) Έτσι ο μικρός πρίγκηπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίασε η ώρα της αναχώρησης: «Α!» είπε η αλεπού... «θα κλάψω». «Εσύ φταις», είπε ο μικρός πρίγκηπας, «εγώ δεν ήθελα καθόλου το κακό σου, αλλά θέλησες να σ' εξημερώσω». «Ναι σίγουρα», είπε η αλεπού. «Αλλά θα κλάψεις!», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Ναι σίγουρα», είπε η αλεπού. «Τότε δεν κερδίζεις τίποτα!» «Κερδίζω», είπε η αλεπού, «εξ αιτίας του χρώματος που έχει το στάρι.» Μετά πρόσθεσε. «Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα, θα καταλάβεις ότι το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο, θα ξανάρθεις να μ' αποχαιρετήσεις, κι εγώ θα σου χαρίσω ένα μυστικό.» Ο μικρός πρίγκηπας πήγε να δει τα λουλούδια (...) καί ξανάρθε στην αλεπού: «Αντίο» είπε. «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια.» «Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια», επανέλαβε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται. «Ο χρόνος που έχασες για το τριαντάφυλλό σου αυτός είναι που κάνει το τριαντάφυλλό σου τόσο σημαντικό.» «Ο χρόνος πού έχασα για το τριαντάφυλλό μου...», έκανε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται. «Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια», είπε η αλεπού. «Αλλά εσύ δεν πρέπει να το ξεχάσεις. Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος γι' αυτό που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου...» «Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου», επανέλαβε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται.