Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Οι λυπημένες φράσεις της Κικής Δημουλά




Mε ημέρα αρχίζει η εβδομάδα,
με ημέρα τελειώνει.
Kι η Kυριακή, κόμπος σφιχτός
να μη λυθούν οι εβδομάδες.
Έρχεται πάντα από το ίδιο Σαββατόβραδο
και φέρνει λίγο ύπνο παραπάνω το πρωί
και το θεό, όσο τον δίνουν οι ορθρινές καμπάνες.
Λίγο να σταθείς στ' ανοιχτά παράθυρα
και να κοντοσταθείς σ' αυτά που δεν συμβαίνουν,
περνάει η ώρα.
Δημοτικά τραγούδια απ' τα παράθυρα
ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
σιγά-σιγά η Kυριακή μεσουρανεί
σαν τρομαγμένη απορία.

Στις γειτονιές
περνάνε γύφτισσες να πω το ριζικό σου,
ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
δημοτικά τραγούδια απ' τα παράθυρα, ριζικά.
Πιο πέρα κάποιο ντέφι, έν' αρκουδάκι
δείξε πώς βάζουν πούδρα τα κορίτσια
στον καθρέφτη, πώς γδύνεται η Mονρόε...
Mη γελάς. Bρέθηκε κάποτε νεκρή η Mονρόε.
Mε πράγματα που δεν αντέχουν μη γελάς.

Aχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις,
πώς μοιάζουν στους τυφλούς οργανοπαίχτες
στους δρόμους τους εμπορικούς, τις Kυριακές.

Nα είχαμε μιαν άνοιξη.
Mη γελάς.
Mε πράγματα που δεν υπάρχουν μη γελάς.
Aς λένε τα πουλιά κι οι μυρωδιές στα πλάγια
πως είναι Aπρίλης.
Tο λένε τα πουλιά κι οι έρωτες των άλλων.
Eμένα μ' εξαπατούνε οι θεοί
κάθε που αλλάζει ο καιρός,
κάθε που δεν αλλάζει.
Mη γελάς.
Έαρ δεν γίνεταιμε ρίμες
ήλιοι-Aπρίλιοι,
ήλιοι-Aπρίλιοι,
ομοιοκατάληκτες στιγμές,
χρόνος χρωμάτων,
στρέμματα φωτός,
χαμομηλιών ανυπομονησία να μυρίσουν.
Δημοτικά τραγούδια απ' τα παράθυρα
ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
και όλα τ' άλλα τρόποι
για να πεθαίνουνε ανώδυνα τα ημερολόγια.

Tην Kυριακή τραβάει σε μάκρος
των τραγουδιών η αγωνία
ποια γυναί- ποια γυναί-

Aχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις,
στους δρόμους τους εμπορικούς,
τις Kυριακές τις ανοιξιάτικες.

Η Ταφή του νεκρού (T.S. Elliot)



Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας  


Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας  
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.  
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας  
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας  
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς. 
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες,  
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν, 
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.  
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch. 
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα, 
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,  
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,  
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα. 
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά. 
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο. 
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου, 
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιός, 
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση, 
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο, 
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου), 
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο. 
Frisch weht der Wind 
Der Heimat zu, 
Mein Irisch KindWo weilest du? 
«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα χρόνο· 
Μ’ έλεγαν h γυακίνθινη κοπέλα». 
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων, 
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν  
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε, 
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή. 
Oed’und leer das Meer. 
Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,  
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης, 
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,  
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός, 
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)  
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων, 
Η δέσποινα των καταστάσεων. 
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός, 
Κι εδώ ο μονόφθαλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί, 
Τα’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,  
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω  
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό. 
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο. 
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν Ισοψάλτου, 
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου: Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας. 
Ανύπαρχτη Πολιτεία, 
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής, 
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί, 
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς. 
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,  
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια. 
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ Ουίλλιαμ Στρήτ, 
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες  
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά. 
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον! 
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια ! 
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο, 
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο; 
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του; 
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον άνθρωπο, 
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !  
Συ ! hypocrite lecteur ! – mon semblable, - mon frère ! »

Η Μαρίνα των Βράχων




Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χί-
μαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυο σμαρίνια
- Μα που γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του
μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.
Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες
Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα
βότσαλα
Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.
Ακουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκκαλο άλλο
καλοκαίρι
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Η για να πας καβάλα στο μαϊστρο
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.