Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Η Αγάπη που ζούσε σε δυό μάτια...



Νοσταλγία, τι παράξενο συναίσθημα! Νόστος... Αλλά και άλγος… Γλυκός πόνος που αναδύεται από τα βάθη της καρδιάς και του νου για να έρθει να ημερέψει την αγριάδα της όψης και να απαλύνει τις χαραμάδες που άφησε ο χρόνος στην καρδιά σου. Πετάς και αφήνεσαι να πετάς σ’αυτή τη ξέφρενη πορεία προς τα πίσω που τόσο απολαμβάνει η ψυχή σου. Το αγαπημένο της ταξίδι. Προς τα πίσω. Πιο κοντά στην αρχή, στην γέννηση. Άραγε να είναι αυτή καθαυτή η γέννηση η πιο δυνατή εμπειρία του ανθρώπου, όταν βίαια αναγκάζεται να βγεί από τη φωλιά του, από τη ζεστασιά και την ασφάλεια της μήτρας που τον κυοφόρησε, για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής,να γίνει δρομέας και μαχητής στο πεδίο μάχης της ζωής; Είναι σίγουρα αυτές οι εμπειρίες που ζεις σαν παιδί οι πιο καθαρές, οι πιο αγνές, ότι πιο πολύτιμο έχεις να θυμάσαι από το ξεκίνημα της ζωής που μετέπειτα σου έφερε μπροστά σου ένα σωρό εμπόδια. Αθωότητα, Αγνότητα, Αμόλυντο.

Τι νοσταλγείς περισσότερο; Έχει ενδιαφέρον να μπορείς να καταλάβεις τι είναι αυτό που νοσταλγείς περισσότερο. Γιατί πρέπει να έχει εξέχουσα θέση στην πορεία της καρδιάς σου, να κατέχει σημαντικό τμήμα των μέχρι τώρα εμπειριών σου και να επηρρεάζει ίσως ακόμα και τώρα που μεγάλωσες τον συναισθηματικό σου κόσμο. Είναι η παιδική αγνότητα; Είναι η εφηβική τρέλα; Είναι ο έρωτας;

Πώς να νοσταλγήσεις τον έρωτα όμως; Άλγος θα πει γλυκός και απαλός πόνος. Ο έρωτας είναι συνυφασμένος με τα αγκάθια, άλλο που τα πατάμε με τη θέλησή μας. Αυτό κάνουμε. Τόσο μας μαγεύει ο προορισμός, δυο μάτια που το βάθος τους σε ζαλίζει, που είμαστε διατεθειμένοι και τα αγκάθια να πατήσουμε για να τον φτάσουμε. Αλλά τι γίνεται όταν ο πόνος γίνει ανυπόφορα σκληρός, ή το ταξίδι πολύ μακρύ; Κουραζόμαστε, εξουθενωνόμαστε, συνειδητοποιούμε πως πατάμε πάνω σε αγκάθια και απομακρυνόμαστε κακήν κακώς. Δε φταίει ο έρωτας. Εμείς φταίμε. Που δε σταθήκαμε στο ύψος μας. Που δεν συνεχίσαμε να πατάμε τα αγκάθια. Γιατί πέρα από τον έρωτα, κρύβεται η αγάπη. Σιωπηλή, ντροπαλή και κρυμμένη όχι σαν τον έρωτα, πολύχρωμος, φανταχτερός, ζωηρός. Ο έρωτας σε μαγεύει, σε ζαλίζει, η αγάπη είναι όμως κάτι πολύ διαφορετικό, είναι ο προορισμός σου.

Αυτή την αγάπη νοσταλγείς. Την αγάπη που κυρίεψε μια για πάντα την καρδιά σου και για λίγο είδες να καθρεφτίζεται σε δυο μάτια που τα λέγανε όλα με την σπιρτάδα τους, με την γλυκύτητα και το διαπεραστικό τους ύφος. Όλα τα ωραία λένε όμως ότι κρατάνε λίγο. Πόσο όμορφο συναίσθημα είναι να βλέπεις την ίδια σου την αγάπη καθρεφτισμένη σε δυο μάτια και να λες «Αγάπη μου» και να το εννοείς κυριολεκτικά! Εδώ είναι η αγάπη μου, αυτό το πηγαίο και αρχέγονο συναίσθημα, εδώ είναι μπροστά μου, την βλέπω, δεν είναι πια συναίσθημα, μπορώ να το δώ! Παίρνει σάρκα και οστά, είναι ζωντανό πια! Σε αντίθεση με τον έρωτα όμως αυτή θα είναι για πάντα ζωντανή, αν είναι αληθινή. Δε θα σε αφήσει. Αρκεί να τη δεχτείς στην καρδιά σου, να της δώσεις το χώρο που της αρμόζει, να την δώσεις κυρίαρχο ρόλο στη ζωή σου. Γιατί αυτός της αξίζει.

Την Αγάπη νοστάλγησες και σήμερα. Αυτή που ζούσε κάποτε σε δυο μάτια…

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Μαθαίνεις (Χόρχε Λούις Μπόρχες)



Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή...

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια
Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια

Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα

Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις.

Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια


Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις. μαθαίνεις
με κάθε αντίο μαθαίνεις....

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Έχει σημασία να (μπορείς να) αγαπάς...



Υπάρχουν φορές που η σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων βασίζεται στην αμοιβαία αγάπη. Στην ανιδιοτελή και αμοιβαία αγάπη. Γιατί η αγάπη και ελεύθερη πρέπει να είναι, και ανιδιοτελής και φυσικά αμοιβαία για να μπορέσει να ζήσει, να αναπνεύσει. Όταν η ενέργεια της αγάπης πέφτει στο κενό, μη μπορώντας να βρει αντίκρισμα σε κάποιον αγαπημένο, τις περισσότερες φορές αποκόπτεται από το οξυγόνο της και πεθαίνει. Για να τα καταφέρει και να μπορέσει να ζήσει μέσα μας κάτω απ'αυτή την "άρρωστη" κατάσταση, πρέπει να είναι εξαιρετικά ανιδιοτελής. Το γεγονός και μόνο όμως αυτό θέτει την λειτουργία της αγάπης στα όρια της και μπορεί μεν να καταφέρει να ζήσει, αλλά θα είναι πάντα μονοδιάστατη και χωρίς αντίκρισμα, πράγμα που σημαίνει πως μόνο την όψη αγάπης θα έχει αυτή η κατάσταση. Θα είναι απλά κάτι που συνεχίζει να ζει σε πείσμα της έκλειψης των αιτιών που το γέννησαν.

Η αγάπη χρειάζεται την Ελευθερία. Ελευθερία σημαίνει να μην υπάρχουν δεσμά. Και τα δεσμά της ανάγκης είναι αυτά που στερούν την ελευθερία από την αγάπη. Δεν μπορεί να είναι αληθινή μια αγάπη που γεννάται από την ανάγκη μας να αγαπήσουμε ή να αγαπηθούμε, ούτε μπορεί να επιβιώσει αν υπάρχει μόνο και μόνο για να ικανοποιεί ανάγκες. Η αγάπη δεν είναι για να ικανοποιεί ανάγκες και επιτελεί ένα είδος ιεροσυλίας όποιος την υποβιβάζει στο επίπεδο της κάλυψης αναγκών. Σε ανάλογη περίπτωση, ούτε τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της μπορεί να διεκδικήσει. Υπάρχουν άρα προϋποθέσεις για την αγάπη; Και ναι και όχι. Γιατί πολύ απλά με την αγάπη ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις. Ακόμα κι αν κάποιος νοιώθει ανίκανος να αγαπήσει κάτι, κάποιον, ή απλά να αγαπήσει, πάλι μπορεί να βρει τον τρόπο της να μπει στην καρδιά του και να του την ζεστάνει. 

Έχει σημασία λοιπόν να μπορείς να αγαπάς, για μπείς στο στίβο της αγάπης. Δεν τρέχουν όλοι όμως με τον ίδιο τρόπο και ούτε με τον ίδιο ρυθμό. Έτσι, δεν αγαπάνε και όλοι με τον ίδιο τρόπο, ούτε με την ίδια ένταση, ούτε εξελίσσονται τα συναισθήματα με την ίδια ταχύτητα όπως σε κάποιους άλλους. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει παρεξηγήσεις. Αγάπη δεν είναι μόνο ο δικός σου τρόπος να αγαπάς. Η Αγάπη είναι Αγάπη. Το πως κατανοείς την έννοια αυτή και πως βρίσκει εφαρμογή στη ζωή σου είναι δικό σου θέμα. Καθήκον μας είναι να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον τρόπο που ο απέναντί μας αγαπάει και -αν είμαστε διατεθειμένοι να το κάνουμε- να συγκλίνουμε προς μία κοινή αντίληψη περί Αγάπης.

Η Αγάπη δεν απαιτεί θυσίες. Οι θυσίες απαιτούν αγάπη. Έχεις θυσιάσει ήδη ολόκληρο τον εαυτό σου, τον έχεις ρίξει στη μάχη της Αγάπης, άρα για ποιά μεγαλύτερη θυσία μιλάμε; 

Η Αγάπη είναι ανιδιοτελής. Πώς θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο; Δεν εφήυρε κάποιος την αγάπη για να την χρησιμοποιεί προκειμένου να επιτύχει διάφορους σκοπούς. Η Αγάπη υπάρχει μέσα σου. Αρκεί να την ανακαλύψεις. Τότε είναι που θα σε κατακλύσει και θα καταλύσει κάθε σου άμυνα. Λέμε συχνά: "Πώς να ζήσει η αγάπη μας όταν είσαι μακρυά;". Κι όμως η αγάπη δεν μετριέται με τα ανθρώπινα μέτρα, δεν ορίζεται στο πεδίο των ανθρώπινων μετρήσεων ούτε της απόστασης, ούτε του χρόνου. Δεν είναι προϋπόθεση η φυσική παρουσία ενός προσώπου για την ύπαρξη της Αγάπης. Δεν έχει εγώ. Δεν έχει εσύ. Έχει την ένωσή μας, το εμείς. Ένα ταξίδι από το εγώ της μοναξιάς προς το εμείς της Αγάπης, που περιέχει και τους δύο σε ένα.

"Σε αγαπώ και σε απαλλάσσω από την ανάγκη μου να σε βλέπω, να σε αισθάνομαι. Σε αγαπώ και δε σε έχω ανάγκη. Μπορώ και σε αγαπώ ακριβώς επειδή δεν σε έχω ανάγκη."

Η Αγάπη λοιπόν, απαιτεί δύναμη και είναι ευθύνη.

(Δ.Κ)

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Τῆς ἀγάπης (Κ. Ουράνης)



Νά ῾ξερες πῶς λαχτάριζα τὸν ἐρχομό σου, Ἀγάπη
ποὺ ἴσαμε τὰ σήμερα δὲ σ᾿ ἔχω νιώσει ἀκόμα,
μὰ ποὺ ἔνστικτα τὸ εἶναι μου σ᾿ ἀναζητοῦσεν, ὅπως
τὴ γόνιμη ἄξαφνη βροχὴ τὸ στεγνωμένο χῶμα!

Πόσες φορὲς ἀλίμονο! δὲ γιόρτασα, θαρρώντας
πὼς ἐπιτέλους ἔφτασες, Ἐσὺ πού ῾χες ἀργήσει:
Σὰ μυγδαλιά, ποὺ ἡλιόλουστες ἡμέρες τοῦ χειμῶνα
τὴ ξεγελᾶνε, βιάζονταν κι ἐμὲ ἡ ψυχὴ ν᾿ ἀνθίσει.

Μὰ δὲν ἐρχόσουνα ποτὲς καὶ μέρα μὲ τὴ μέρα,
τ᾿ ἄνθια σωριάζονταν στὴ γῆς ἀπὸ τὸν κρύο ἀγέρα
κι εἶναι ἡ ψυχή μου πιὸ γυμνὴ παρὰ προτοῦ ν᾿ ἀνθίσει

καὶ σήμερα, ποὺ ἡ Νιότη μου γέρνει ἀργὰ στὴ δύση,
τοῦ ἐρχομοῦ σου σβήνεται κι ἡ τελευταία ἐλπίδα:
-Φοβᾶμαι πὼς ἐπέρασες, Ἀγάπη καὶ δὲν σ᾿ εἶδα!...

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Η δεύτερη μεταμόρφωση (Σ. Βαβούρης)




Το μονοπάτι που έλπιζες να μην το λησμονήσεις.
Την Αγάπη δεν την λένε Θάνατο.
(Μάθε πιο καλά τη γλώσσα των Ανθρώπων)
Αγάπη να την ονομάζεις.
Αγάπη να τηνε ζητάς
τον Θάνατο τον λένε Θάνατο.

Φόρεσε μόνο πράσινα ξανά
και σβήσε τα κεριά 
και μην εκπλήττεσαι,
που αλλάζω φως και χρώματα
σαν φαντασμαγορικό βεγγαλικό,
και μη νομίζεις λιμασμένα τα όνειρά μου.

Μη λησμονάς το φλογισμένο μονοπάτι
και το φλεγόμενο ταπέτο του.
Ό,τι μας καίει δε μας πεθαίνει
όχι, πώς να σου το πω;
Την Αγάπη δεν την λένε Θάνατο

την Αγάπη τήνε λένε Αγάπη.
Έτσι θα το βρεις παντού.
Ο δρόμος της
δε βγάζει όπως νομίζαμε στην άβυσσο.

Αγάπη μου
τελειώνοντας στο γράφω πάλι:
Το μονοπάτι που έλπιζες
να μην το λησμονήσεις.

Ο ερωτευμένος Πολωνός (Αποσπάσματα)



"Κανείς, κανείς δεν είναι σε θέση να ξέρει μέχρι που μπορεί να φτάσει ο ίδιος κάποτε, τα όριά του, πόσα να αντέξει, ποτέ κανείς δεν μπορείς να μετρήσει τη δύναμή του προτού μπει μέσα στο πεπρωμένο του. Με τη φαντασία όλο κάνουμε λάθη, υπολογίζουμε εσφαλμένα, εξωπραγματικά."

"Πόσο συχνά εκείνα που όντως ζήσαμε τα ανακαλούμε στη μνήμη μας διαφοροποιημένα, κατά πως θα θέλαμε να είχαν συμβεί ή και κατά το πώς φοβόμαστε ότι συνέβησαν; Ο πόθος κι ο φόβος είναι επικίνδυνα δημιουργικοί."

"Δε θυσιάζεις τη ζωή σου ατιμωρητί! Ευτυχώς! Η ζωή σου δε δέχεται να τη βάζεις σε δεύτερη μοίρα, να την αγνοείς, να την χρησιμοποιείς για κάτι άλλο που δεν είναι ακριβώς ζωή, καταλήγει παρωδία και καρικατούρα μια τέτοια μετάθεση."

"Και η ίδια όμως ξεσκεπάστηκε στα μάτια της, έμεινε με το χάος της, να σκύβει στην άκρη του γκρεμού και να παθαίνει ίλιγγο. Η μεγάλη επίγνωση, κύριοι, είναι αρρώστια."

"Είναι γνωστό πως ο κόπος και ο πόνος σε περιμένουν να ηρεμήσεις, να σταθείς ήσυχος για να ορμήσουν πάνω σου, τότε πετυχαίνουν καλύτερα το στόο. Μετά τη συμφορά, μετά την ένταση, όταν καταλαγιάζουν η καρδιά και το σώμα, ο πόνος κι ο κόπος που περιφρόνησες, που απώθησες, θα σε βρουν εύκλολο για να χυμήξουν."

"Η αξία του τίποτα! Εκείνης της απόλυτης νηνεμίας την αυγή, την ελάχιστη στιγμή προτού ανατείλει ο ήλιος. Γιατί φοβούνται τόσο την ησυχία οι άνθρωπο; Γιατί δεν το εμπιστεύονται και τρομάζουν σαν θάνατο το τίποτα;"

"Φιλούσε τους ώμους του και αγωνιζόταν να κρατηθεί να μην τον πονέσουν τα νύχια της που ζητούσαν να βυθιστούν στη σάρκα της πλάτης του, να γαντζωθεί για πάντα της. Η ανάγκη της να τον χαϊδέψει απαλά και η ανάγκη της να σκίσει το σώμα του την παίδευαν. Ποθούσε να σκίσει τη σάρκα του, από μια ρωγμή να τον σκίσει, σαν δερμάτινο ρούχο, να τον ανοίξει, να κυλήσει ολόκληρη εκεί μέσα, να πνιγεί στο αίμα του, να διαλυθεί και να γλιτώσει από ένα εγώ κοπιαστικό, τυραννικό, χρόνιο. Να είναι πια εκείνος μόνο. Κι αυτή, η ίδια, εκείνος μόνο."

"Τον πιστεύει στα τυφλά, το σώμα της και το αίμα της τον πιστεύουν. Μπορεί κάποιοι να ισχυρίζονται πως η αμφιβολία στον έρωτα όπως και στη φιλοσοφία τρέφει το πάθος όπως το λάδι τη φωτιά, όμως τίποτα δεν είναι πιο ευδαιμονικό και ολάκερο όσο ένας έρωτας με εμπιστοσύνη. Ο έρωτας με εμπιστοσύνη και ισόβαρη αμοιβαιότητα θα είναι εκείνο που χαρακτηρίζουν κάποιοι άγιοι «πρόγευση Παραδείσου»."

"Η ευτυχία βιώνεται βουβά, είναι κατά κάποιο τρόπο τσιγγούνα και νάρκισσος, δεν τολμά αλλά ούτε και έχει διάθεση να μοιραστεί όσα κέρδισε, όσα της έλαχαν, όσα απολαμβάνει, δεν επιτρέπει ούτε μια λέξη, ένα ίχνος, ούτε μια νότα, να χάσει από το βελούδινο της σφιχτοδεμένο πουγκί. Η ευδαιμονία έχει αυτονομία και αυτάρκεια, έχει εγωισμό.  Αν η δυστυχία συνεχώς ζητά παρηγορητική μοιρασιά, εξομολόγηση, ακόμη και εκτονωτική επίδειξη, η ευτυχία και κυρίως ο ευτυχισμένος έρωτας ζητά να απομωνόνεται στη γωνιά του. Σε κρυψώνα θέλει να απομωνόνεται, αντικοινωνικός και μυστικός, καμμιά άλλη ματιά να μην πέσει πάνω του και τον ματιάσει."

"Οι άνθρωποι σπεύδουν εύκολα να συμπαρασταθούν στις θλίψεις. Δεν είναι μόνο που νοιώθουν καλόψυχοι, φιλάνθρωποι και κοινωνικοί, είναι και γιατί κάπου εδώ ελλοχεύει μια –ασυνείδητη έστω- ηδονή. Συμπάσχοντας εκτονώνονται και οι δικές τους στενοχώριες, ανακουφίζεται και η δική τους γκρίνια, η πανταχού παρούσα σύγκριση τώρα θα γείρει προς το μέρος τους την υπερευαίσθητη ζυγαριά των βουβών συναλλαγών, ικανοποιούνται που βρίσκονται σε καλύτερη θέση από τον χτυπημένο από τη μοίρα, κι αυτό χαρίζει μια κάποια υπερηφάνεια, που τους κάνει γενναιόδωρους."

"Όταν αγαπάς αληθινά θέτεις τις ανάγκες του αγαπημένου σου πιο πάνω από τις δικές σου. Μπορεί να ακούγεται απλό και γλυκερό, αλλά δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο για τα ανθρώπινα στην πράξη."

"Η ευτυχία τείνει να καλλιεργεί αλλαζονεία στους ευδαίμονες, ένα είδος ευτυχίας που κυμαίνεται. Για να διατηρηθεί όμως ο Παράδεισος, για να διαρκέσει, πολύ περισσότερο για να διαιωνισθεί, είναι αναγκαία προϋπόθεση η ταπεινοφροσύνη των ευτυχισμένων. Δεν είναι απλό αυτό. Γιατί καμμιά κατάσταση της ύπαρξης όσο η ερωτική δεν ερεθίζει τόσο πολύ τον εγωισμό και τις ανασφάλειες που ο εγωισμός γεννάει. Είναι όμως ταυτόχρονα η πιο συντριπτική ευκαιρία της ζωής να τσακίσει και να κομματιάσει το σκληρό εγώ σου."

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Caruso

"Εδώ που η θάλασσα λαμπυρίζει και ο άνεμος φυσά δυνατά
πάνω σε μια παλιά ταράτσα μπροστά στον κόλπο του Σορέντο
ένας άνδρας αγκαλιάζει μια κοπέλα, μετά αρχίζει να κλαίει
έπειτα καθαρίζει τη φωνή του και ξαναρχίζει το τραγούδι (να τραγουδά)

Σε αγαπώ πάρα πολύ
μα τόσο τόσο πολύ, ξέρεις,
τώρα πια μια αλυσίδα
που λιώνει το αίμα μέσα στις φλέβες, ξέρεις....

Είδε το φως στη μέση της θάλασσας, σκέφτηκε τις νύχτες εκεί στην Αμερική
αλλά ήταν μόνο οι βάρκες και η άσπρη γραμμή ενός έλικα
ένιωσε τον πόνο στη μουσική και σηκώθηκε από το πιάνο
αλλά όταν είδε το φεγγάρι να έρχεται από ένα σύννεφο
ακόμη κι ο θάνατος φαινόταν γλυκός
κοίταξε στα μάτια του κοριτσιού εκείνα τα μάτια (που ήταν) πράσινα όπως η θάλασσα
έπειτα ξαφνικά ένα δάκρυ έτρεξε και πίστεψε ότι θα πνιγόταν.

Σε αγαπώ πάρα πολύ
μα τόσο τόσο πολύ, ξέρεις,
τώρα πια μια αλυσίδα
που λιώνει το αίμα μέσα στις φλέβες, ξέρεις...

Η δύναμη της όπερας όπου κάθε δράμα είναι ψεύτικο
που με λίγο μέικ απ και μίμηση μπορείς να γίνεις κάποιος άλλος
αλλά δυο μάτια που σε κοιτάνε τόσο κοντά και πραγματικά
σε κάνουν να ξεχνάς τα λόγια μπερδεύοντας τις σκέψεις
έτσι το καθετί γίνεται μικρό ακόμη κι οι νύχτες εκεί στην Αμερική
γυρνάς και κοιτάς τη ζωή σου σαν μια γραμμή ενός έλικα
αλλά, ναι, είναι η ζωή που τελειώνει αλλά δεν το σκέφτεται και πολύ
αντιθέτως ένιωθε πια ευτυχισμένος και ξανάρχισε το τραγούδι του.

Σε αγαπώ πάρα πολύ
μα τόσο τόσο πολύ, ξέρεις
τώρα πια μια αλυσίδα
που λιώνει το αίμα μέσα στις φλέβες, ξέρεις..."


Το τραγούδι λέει απλά για τους πόνους και τις επιθυμίες ενός άντρα που είναι έτοιμος να πεθάνει ενώ ο ίδιος ψάχνει στα μάτια του μια κοπέλα που ήταν πολύ αγαπητός σε αυτόν. Αυτό το τραγούδι είναι πιθανότατα ένας τρόπος να γίνουν πιο ρομαντικές οι τελευταίες ημέρες Enrico Caruso στο Sorrento στην Νάπολη Στη συνέχεια, συνάντησε μια γυναίκα 20 χρόνια νεότερή του μόλις λίγα χρόνια πριν πεθάνει. Μαζί της είχε μια κόρη που ονομάζεται Gloria, τον οποίο Lucio Dalla περιγράφεται σε αυτό το τραγούδι "Caruso". Αργότερα, ο "Caruso" παραδέχθηκε τις πραγματικές προθέσεις του για τον γάμο, της λέει, «Επειδή θέλω κάποιον που είναι εντελώς δικός μου.Είναι το μέρος όπου πέρασε πολλές ημέρες σε ανάρρωση προτού τελικά πεθάνει στο Vesuvio ξενοδοχείο στη Νάπολη.Το τραγούδι "Caruso" μπορεί να είναι ένας τρόπος του Lucio Dalla να κάνει ρομαντικές τις τελευταίες μέρες του Enrico. Αυτό που δεν είναι σαφές είναι αν μιλά για την κόρη του ή την σύζυγό του, ενώ ο ίδιος (Caruso) έλεγε, "Ti Voglio Bene Assai ma tanto Bene sai". Σύμφωνα με τα ιταλικά μπορεί να πει κανείς "Bene Voglio Ti" σε μια μητέρα, γιο, αδερφή, αλλά μπορεί να πει επίσης αυτό στη αγαπημένη του, όμως κάποιος πρέπει να ξέρει ότι δεν είναι το ίδιο με το "Ti amo", το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ότι λέγετε αποκλειστικά με το αγαπημένο του πρόσωπο, την γυναίκα , σύζυγο, φίλη, φίλο, κλπ.Εάν, πράγματι, "Caruso" είπε "τι Voglio Bene" για να Dorothy (όπως το τραγούδι προτείνει), αυτό σημαίνει ότι στοργή του για αυτήν είναι περισσότερο σαν αυτή ενός πατέρα από εκείνη του συζύγου.



Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Το Απόλυτο...


"Συμβαίνει κάποια στιγμή στη ζωή μας να βρισκόμαστε αντικριστά με το Απόλυτο, είναι εκείνη η φορά που οι φόβοι κ οι αντιστάσεις μας βγαίνουν στη πρώτη γραμμή κ μάχονται με τα 'θέλω' κ τα 'πρέπει' που για χρόνια ζούσαμε μαζί τους. Όσες προφάσεις κ αν προβάλλουμε για να μη το ζήσουμε -με κύριο φόβο το να μην είναι αυτο που δείχνει- όσο κ αν προσπαθήσουμε να το διώξουμε τις στιγμές που το μυαλό μας δεν αντέχει άλλο, αν είναι πραγματικά το Απόλυτο, τότε απλά πολεμάμε τον ίδιο μας τον εαυτό κ στη πραγματικότητα μονάχα ο χρόνος είναι εκείνος που θα μπορέσει να μας δείξει αν θα βρεθούμε σε μια αληθινή ζωή ή στο απόλυτο κενό..."

Εκείνος μόνο...


"...Φιλούσε τους ώμους του και αγωνιζόταν να κρατηθεί να μην τον πονέσουν τα νύχια της που ζητούσαν να βυθιστούν στη σάρκα της πλάτης του, να γαντζωθεί για πάντα της. Η ανάγκη της να τον χαϊδέψει απαλά και η ανάγκη της να σκίσει το σώμα του την παίδευαν. Ποθούσε να σκίσει τη σάρκα του, από μια ρωγμή να τον σκίσει, σαν δερμάτινο ρούχο, να τον ανοίξει, να κυλήσει ολόκληρη εκεί μέσα, να πνιγεί στο αίμα του, να διαλυθεί και να γλιτώσει από ένα εγώ κοπιαστικό, τυραννικό, χρόνιο. Να είναι πια εκείνος μόνο. Κι αυτή, η ίδια, εκείνος μόνο..."

(απόσπασμα, "Ο ερωτευμένος Πολωνός", Μ.Βαμβουνάκη)

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Στην Προκρούστεια κλίνη...



(Εσωτερικός διάλογος)

Σκάβω της ψυχής μου τη συσκότιση… 
Αίμα, πάγος και δάκρυα με κατοικούν.

Και μια κραυγή που ψάχνει στα τυφλά,
με σκουριασμένα χέρια, να βρει την έξοδο της.

Και μια ανάσα ασθενική που αργοπεθαίνει,
σαν εμβατήριο που παίζουνε ρακένδυτοι βιολάρηδες.

Και ένας βρόχος συρμάτινος, λεπτός, 
φτιαγμένος από βρωμερό ψέμα και αχαριστία.

Κι ένας πόνος που ξεσκίζει τα σωθικά,
για όσα δε μπόρεσε η ζωή να μου διδάξει.

Κι ένα βλέμμα - καρφί που σαπίζει τις σάρκες,
μάρτυρας της μέγιστης ηλιθιότητας μου. 

Το αδιέξοδο βαθύ, ρουφάει κάθε ψήγμα ελπίδας…

Κι ο λόγος μου παραλήρημα που κλαίει:
«Ακρωτηριάζω τις ουλές πάνω στο νεκρό μου σώμα,
με δημιουργίες που ζητούν φευγιό στης ποίησης τη γέννα.
Στις χαραυγές ξεχνιέμαι, αναζητώντας φως σε μήτρες έναστρες. 
Και ως το πυρωμένο σούρουπο αναμένω αέρινες σιωπές 
να δώσουν το μετά θάνατον φιλί της ζωής.
Έστω ένα φιλί μοναδικό, έγχυμα αέναης αγάπης 
να ξεριζώσει τις πληγές που αφήνουν κατακάθια.

Και παραδίνομαι! Μαραίνομαι! Μου παίρνω τη μιλιά!
Και αυτομολώ! Βυθίζομαι! Μου παίρνω τη σιωπή!
Και παραπαίω σαν σχοινοβάτης που δαμάζει νέα ύψη.
Και χάνομαι… μες της ψυχής μου τη συσκότιση.
Και χαρίζομαι σε θάλασσες μαβιές που ευωδιάζουν πίκρα.
Και ονειροκρίνομαι δυο φορές την εβδομάδα 
για λάθη παρελθοντικά και μέλλοντα.

Και πάλι ξεγελιέμαι πως θα’ ρθουν μέρες διάφανες.
(Μα έρχεται κατακάθεται της νοσταλγίας η σκόνη,
γι’ αγάπες που δε ζώθηκαν με μύρα σαρκωμένα.)
Και με περιγελώ που ακόμα γεύομαι πράσινες αυταπάτες
για ελευθερία ή θάνατο, ενώ μου έχω τάξει
πως στης ζωής την άβυσσο δεν έχει διεξόδους. 
Μόνο θηλιές και πλέγματα να με κρατούν αιώνια.
Εμέ, Προκρούστεια γυνή, θύμα του εαυτού μου.»

Μ.Ι. Π.Σ.

Ρ. ΚΙΠΛΙΝΓΚ: “ΑΝ”


Αν μπορείς να κρατάς την ψυχραιμία σου
όταν οι άλλοι χάνουν τη δική τους
και ρίχνουν σε σένα την ευθύνη 
και την αιτία της αδυναμίας τους.

Αν έχεις πίστη στον εαυτό σου
όταν οι άλλοι αμφιβάλλουν για σένα
και δε σε πειράζει αυτή η δυσπιστία τους

Αν μπορείς καρτερικά να περιμένεις
χωρίς να σε κουράζει η αναμονή,
ή όταν διαδίδουν ψέματα για σένα
να μην ξεπέφτεις και συ στο ψέμα,
ή όταν φανερά σου δείχνουν μίσος
να μην αφήσεις το μίσος να σε καταλάβει,
κι όμως να μη φαίνεσαι πολύ αγαθός
μήτε πολύ στοχαστικός στα λόγια.

Αν να ονειρεύεσαι είσαι ικανός
δίχως να γίνεσαι σκλάβος των ονείρων

Αν να δέχεσαι μπορείς θρίαμβο και όλεθρο το ίδιο
και να αντιμετωπίζεις παρόμοια και τα δύο

Αν είσαι σε θέση να υπομένεις
ακούοντας την αλήθεια που συ είπες,
να επαναλαμβάνεται αλλοιωμένη από πονηρούς
που επιδιώκουν έτσι να παγιδέψουν αφελείς,
ή να παρατηρείς αυτά που συ τους έδωσες ζωή,
σπασμένα να κείτονται και παραπεταμένα
και να φτιάχνεις εξαρχής με εργαλεία φθαρμένα.

Αν τολμάς όλα σου τα πλούτη μαζεμένα
να τα παίζεις κορώνα-γράμματα μεμιάς,
να χάνεις κι απ' την αρχή να ξεκινάς
χωρίς να μέμφεσαι για τη μοίρα σου κανέναν

Αν μπορείς να κάνεις καρδιά, νεύρα και μυς
να σε υπηρετούν ακόμα κι όταν έχουν καταρρεύσει,
και γερά να κρατάς, ενώ δεν υπάρχει εντός σου
τίποτε πέρα από τη θέληση που τους λεει βαστάτε

Αν μπορείς να μιλάς με χιλιάδες
κι όμως να κρατάς την αρετή σου,
ή να περπατάς με κυβερνήτες
κι όμως να μην αλλάζεις την απλή ζωή σου.

Αν ούτε εχθροί σε βλάψουν μπορούν,
μα ούτε και κοντινότεροι φίλοι,
Αν όλοι έχουν την ίδια αξία για σένα
και κανείς πιο πολύ από τους άλλους

Αν μπορείς να γεμίζεις τη μέρα σου
με εικοσιτέσσερις ώρες αξίας ζωής,
τότε δική σου θα είναι όλη η Γη
με όλα της τα αγαθά κι ακόμη:

Αληθινά θα είσαι Άνθρωπος παιδί μου.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Ερωτικό (Τ.Λειβαδίτης)

Ναι αγαπημένη μου, πολύ πριν να σε συναντήσω εγώ σε περίμενα… πάντοτε σε περίμενα. 
Σαν ήμουνα παιδί και με έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου, έσκυβε και με ρωτούσε, τι έχεις αγόρι μου ;
Δεν μίλαγα… μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της έναν κόσμο άδειο από σένα… 
και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κονδύλι ήταν για να μάθω να σου γράφω τραγούδια… 
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήταν που αργούσες ακόμα, όταν τη νύχτα κοίταζα τα αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου, και όταν χτύπαγε η πόρτα μου και άνοιγα δεν ήτανε κανείς. 
Κάπου όμως μες στον κόσμο, ήταν η καρδιά σου που χτυπούσε. Έτσι έζησα πάντοτε…
Και όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά θυμάσαι; Μου άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά, σαν να με γνώριζες από χρόνια… μα και βέβαια με γνώριζες. 
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου… αγαπημένη…
Θυμάσαι αλήθεια την πρώτη μεγάλη μέρα μας; Σου πήγαινε αυτό το κίτρινο φόρεμα, ένα απλό φτηνό φόρεμα μα ήταν τόσο όμορφα κίτρινο… 
οι τσέπες του κεντημένες με μεγάλα καφετιά λουλούδια… σου πήγαινε στο πρόσωπο σου ο ήλιος, σου πήγαινε στην άκρη του δρόμου αυτό το τριανταφυλλένιο σύννεφο, και αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή σου πήγαινε… 
Έβαζα τα χέρια μου στις τσέπες, τα ξανάβγαζα, βαδίζαμε δίχως λέξη… 
μα και την να πει κανείς όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου, τόσο μεγάλα. 
Ένα παιδί στη γωνιά τραγούδαγε τις λεμονάδες του, ήπιαμε μια στα δυο, και αυτό το χελιδόνι που πέρασε ξαφνικά πλάι στα μαλλιά σου, τι σου είπε λοιπόν ; 
Είναι τόσο όμορφα τα μαλλιά σου… δεν μπορεί κάτι θα σου’ πε. 
Το ξενοδοχείο ήταν μικρό σε μια παλιά συνοικία πλάι στο σταθμό. 
Μα μες την αντηλιά κοιτάζαμε να μανουβράρουμε τα τρένα. 
Αλήθεια εκείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας, αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό, αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω, πόσο σου πήγαιναν…
Κι ύστερα ξαφνικά εκείνο το βράδυ, έβρεχε, ανέβηκα τέσσερα-τέσσερα τα σκαλιά, κανείς στην κάμαρα. 
Έτρεμε στο ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα. ‘’Φεύγω, μην ζητήσεις να με βρεις’’, έγραφε. 
Η χτένα της ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι ανάμεσα στις χυμένες πούδρες, σαν ένα μικρό, παιδικό φέρετρο, μέσα στη σκόνη. 
Που είσαι λοιπόν πες μου? Που είσαι, σ’ αναζητάω, σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο τις πόρτας σε ένα σπίτι που πιάσε φωτιά…
Τις νύχτες σηκώνομαι αλαφιασμένος, ντύνομαι και σε περιμένω. 
Δεν θα χτυπούσες καν την πόρτα. Θα πέταγες με βιάση το παλτό σου στην καρέκλα. 
Η κάμαρα όλη θα λιποθυμούσε όπως θα’ λυνες ξαφνικά , εκείνα τα ασύγκριτα τυραννικά μαλλιά σου.
 Η παλιά ντουλάπα, θα’ τρέχε και σαν μια ταπεινή υπηρέτρια θα σου βγάζε τα παπούτσια. 
Θα γελούσαν οι καθρέφτες , θα ξυπνούσαν οι γείτονες… 
Όλα έχουν μείνει όπως τα αφίσες θα σου’ λεγα… 
Και η χτένα σου, να τη εκεί. 
Η μαύρη μεγάλη χτένα σου , σαν ένας έρημος κατασκότεινος δρόμος που τον περνάω κάθε νύχτα…
Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρα σου ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει. 
Ένας άλλος βυθίζεται μες την μεγάλη σου άνοιξη. 
Εγώ και ποδοπατημένη από χιλιάδες άντρες σ’ αγαπώ… 
Άσε με εδώ στη γωνιά, δεν πειράζει ας χιονίζει… 
Αυτό το μικρό τετράγωνο φως που ρίχνει το παράθυρο σου επάνω στο χιόνι εμένα είναι ο κόσμος μου.
Δεν θα σου πω τίποτα μόλις βγεις θα περπατάω δίπλα σου αμίλητος, και αν αυτό σε πειράζει μπορώ να’ ρχομαι πίσω σου σαν το σκυλί… 
Και όταν πεθάνω, το χώμα που θα με σκεπάζει δεν θα’ ναι για μένα το σκληρό χώμα τον νεκρών, μα η απαλή τρυφερή γη, που κάποτε πλαγιάσαμε γυμνοί πάνω της… 
Πποδοπάτησε με να’ χω τουλάχιστον την ευτυχία να μ’ αγγίζεις…


Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις (Πάμπλο Νερούδα)



Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δε σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.

Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ' τα πράγματα,
ποτισμένη απ' τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ' την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ' αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες στη δική σου σιωπή.

Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια η νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα κι απ' αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο - μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα...


Όταν η αγάπη σε καλεί - Χαλίλ Γκιμπράν


Tότε η Αλμήτρα είπε: Μίλησε μας για την Αγάπη.
Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία.
Και με φωνή μεγάλη είπε:
Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.
Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ' όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.
Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.
Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,
Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.
Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.
Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει.
Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.
Σε αλέθει για να σε λευκάνει.
Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.
Και μετά σε παραδίδει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.
Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.
Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης,
Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.
Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.
Όταν αγαπάς, δε θα 'πρεπε να λες: "Ο Θεός είναι στην καρδιά μου", αλλά μάλλον "Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού".
Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.
Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.
Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.
Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.
Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης.
Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά
Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ' έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου...



Ο ταξιδιώτης και η μαργαρίτα του Ευγένιου Τριβιζά

Μεσάνυχτα. Στον ουρανό τον ήσυχο, το βαθυσκότεινο, θαμποσβήνουν δειλά, αχνόφωτα τα αστέρια σ’ άπειρους μαγευτικούς συνδυασμούς, αμέτρητες εξωτικές, παραμυθένιοες ζωγραφιές. Αστέρια πολλά. Μυριάδες αστέρια. Φαναράκια χρυσαφιά, που, με τις τοσοδούλικες τους λάμψεις, ζωγραφίζουν στα μενεξεδένια βελούδα γαλέρες, γιρλάντες, άτια και κάστρα και θεριά παράξενα.
Εκεί ψηλά, στων αστεριών τον κόσμο που η χλωμόχρυση σελήνη βασιλεύει, πλανιόταν κάποτε συντροφικά τρία άστρα μικρά, αδέλφια αγαπημένα. Το πρώτο το ‘λεγαν Αυγερινό, τα’ άλλο Αστραφτερή και το τρίτο το τελευταίο, που ‘χε την πιο γλυκόθωρη λάμψη απ’ όλα τ’ άλλα αστέρια που το στερέωμα στολίζουν, το ‘λεγαν «Καμάρι τ’ Ουρανού».
Ανέμελα έπαιζαν κρυφτό στα πουπουλένια νέφη, κυνηγητό με τις φεγγαραχτίδες, που γλιστρούσαν γοργά, γνέφανε γελαστά, χάνονταν και ξέφευγαν στ’ απλόχωρα ουράνια χαρωπές.
Ώσπου κουράστηκε κάποια νυχτιά το Καμάρι τ’ Ουρανού με τ’ αδέλφια του αντάμα. Απόκαμε να παίξει. Βαρέθηκε να θαυμάζει το φεγγάρι εκστατικά. Πεθύμησε σ’ άλλους κόσμους, κόσμους πρωτόγνωρους, αλαργινούς, να ταξιδέψει. Δεν το χώραγε ο ουρανός, άχαρος και πληχτικός του φαινότανε ο γαλαξίας.
- Μη φεύγεις! παρακάλεσε η Αστραφτερή.
- Μη μας αφήνεις! κλάφτηκε ο Αυγερινός.
Μα το ‘χε πάρει απόφαση το Καμάρι τ’ Ουρανού. Υπόσχεση του έδωσε πως θα γυρνούσε σίγουρα, προτού η ροδόλουστη αυγούλα ξεπροβάλει, και, μ’ ένα σάλτο ανάλαφρο, αποχαιρέτησε τους συντρόφους του και τις ουράνιες στράτες.
Άρχισε να γλιστρά γοργά στο διάφανο διάστημα, νιώθοντας έναν ίλιγγο μεθυστικό, ίλιγγο που τ’ ανατρίχιαζε, του έκοβε την ανάσα.
Ένα τράνταγμα, μια μαρμαρυγή, κι έπεσε το Καμάρι τ’ Ουρανού στη Γή!

***** ***** ***** ***** *****

Όταν συνήλθε απ’ την παραζάλη, έφερε το βλέμμα γύρωθε του. Είχε βυθιστεί σ’ ένα λιβάδι άγνωστο και σκοτεινό, κι η αχνή του ανάσα φανέρωνε μια ύπαρξη μαγευτική, εκεί κοντά του. Πλάι του ακριβώς, στην άκρη μίσχου λεπτού, φύτρωνε ένας ήλιος τοσοδούλης, στεφανωμένος πάλλευκες αχτίδες.
- Ποιος είσαι; μίλησε η μαργαρίτα πρώτη.
- Ένας ταξιδιώτης από το γαλαξία. Εσύ;
- Λουλούδι. Δεν έχεις ξαναδεί;
- Όχι. Από πού έπεσες εδώ;
- Δεν έπεσα. Εδώ έτυχε ν’ αναστηθώ, εδώ, σ’ ένα λιβάδι μυστικό, να ρουφώ από τη γή πικρούς χυμούς και να προσμένω…
Δε χόρταινε να την κοιτά, να θαυμάζει το φλουράτο κεφαλάκι με τα χαριτωμένα πέταλα, τον ντελικάτο μίσχο της τον τρυφερό.
Απόμειναν για λίγο σιωπηλοί. Μόνο τ’ αργοθρόισμα ακουγόταν.
Ύστερα, σιγανή άκουσε τη φωνή της:
Έψαχνες να με βρείς;
Έτσι θαρρώ!
Είχε σκήψει πλάι του. Πολύ κοντά του. Ένιωσε το άρωμα της. Ένα της πέταλο άγγιξε μια χρυσαφιά του ακίδα. Ρίγησαν. Μια άλικη σπίθα ελαμψε ανάμεσα τους, κι η ψυχή του ξενιτεμένου αστεριού πλημμύρισε λατρεία τρυφερή για την μαργαρίτα την χλωμή, που ‘γερνε πλάι του σιγοτρέμοντας, απ’ τη φεγγοβολιά του θαμπωμένη.
Κι εκείνη η κρυσταλλένια νύχτα ήταν μεγάλη, ατέλειωτη, μ’ μ’ ώρες μεθυστικές, αμέτρητες, στιγμές μαγευτικές, ολόδικες τους. Το βαθυσκότεινο λιβάδι κοιμόταν απέραντο, ανασαλεύοντας νωχελικά στη μυρωμένη αύρα.

***** ***** ***** ***** *****

Ξάφνου, μια σκιά πέρασε σαν αστραπή απ’ το λιβάδι, και προτού καλά καλά φανεί, την κατάπιε πάλι το σκοτάδι. Το αστέρι ένιωσε μια σαΐτα να κεντά τα’ ασημένια του τα φυλλοκάρδια, και την ίδια τη στιγμή ζήλια μαρτυρική στην ψυχή του να φουντώνει!
Όσο ένιωθε την καλή του αγγελικά να το θωρεί, αμφιβολία βασανιστική το τυραννούσε, ζήλια για κάθε χορτάρι του απέραντου αγρού, για κάθε κρυφή της μαργαρίτας σκέψη… Βαθιά την αγαπούσε. Κι εκείνη το ίδιο άραγε; Αν καμωνόταν; Αν κάποιο άλλο αστέρι πρόσμενε; Αν πεταλούδες πλουμιστές ονειρευόταν; Αν ταξίδευε κι αυτή στα όνειρά της; Πως θα σιγουρευόταν; Πως θα μάθαινε τα μυστικά της; Πως;
Τέτοια συλλογιζόταν, όταν τράβηξε με δύναμη ένα πέταλο χιονάτο.
- Μ’ αγαπά, μουρμούρισε όπως τ’ άφηνε να πέσει.
Έπειτα, δισταχτικά τράβηξε ακόμα ένα.
- Δεν μ’ αγαπά, ψέλλισε βραχνά.
- Μη! στέναξε η μαργαρίτα τρέμοντας από πόνο γλυκό, παράπονο, απορία.
Μα μες στη μέθη του τα’ αστέρι, πως θα μάθαινε, όπου να ‘ναι την αλήθεια, δεν έδωσε στο μαρτύριο της σημασία.
- Μ’ αγαπά: γέλαγε τρισευτυχισμένο.
- Δε μ’ αγαπά! θρηνούσε σκυθρωπό.
Κι ασυλλόγιστα μαδούσε ολοένα τα πέταλα της τα χιονάτα, ένα ένα.
- Γιατί; ψιθύριζε τ’ άδολο ανθάκι λαβωμένο.
Μα τ’ αστέρι δεν την άκουγε, στον οίστρο του παραδομένο.
- Μ’ αγαπά!
- Δε μ’ αγαπά!
Πονούσε η μαργαρίτα. Πονούσε πολύ. Με κάθε πέταλο απαλό έφευγε και μια πνοή. Ώσπου τράβηξε το στερνό της πέταλο τ’ αστέρι.
- Μ’ αγαπά! φώναξε χαρούμενο.
Κι ο αντίλαλος του γύρισε θλιμμένος πίσω.
Σταμάτησε, σκέφτηκε. Είδε την μαργαρίτα να σκιρτά όλο παράπονο, να ξεψυχά εκεί, στης λάμψης του την αχνόφωτη αγκαλιά. Έγειρε αργά αργά, άγγιξε τη χλόη. Της αύρας η πνοή πήρε τα πέταλα, τα σκόρπισε τριγύρω.
Ύστερα, τίποτ’ άλλο πια. Μόνο σκοτάδι. Κι ολόγυρα, σκούρα, πυκνά χορτάρια απειλητικά.
Τότε μόνο ένιωσε τι της είχε κάνει. Τρεμόπαιξε για μια στιγμή, στέναξε κι έπαψε ν’ ανασαίνει χρυσαφένιο φως.
Άδικα πρόσμενε ο Αυγερινός. Άδικα τ’ αναζητούσε η Αστραφτερή.. γιατί δε γύρισε το Καμάρι τ’ Ουρανού, όπως είχε υποσχεθεί;

***** ***** ***** ***** *****

Την άλλη μέρα, όταν ροδόλουστη η αυγή απ’ της ανατολής τ’ ασημογάλαζα ξεπρόβαλε τα τούλια, σ’ απλόχωρο λιβάδι λιόχαδο, πνιγμένα μες στη δροσερή του αγκάλη, βρήκε μια μαδημένη μαργαρίτα κι ένα σβησμένο αστέρι βυθισμένα…


Η κιθάρα της ψυχής σου...


Παράξενος που είναι ο κόσμος των συναισθημάτων… Είναι λες σαν μια κιθάρα να βρίσκεται καλά κρυμμένη μέσα σου. Οποιοσδήποτε μπορεί αν ψαχουλέψει καλά και ίσως να την βρεί και να αρχίσει να παίζει. Όμως κρύβει ένα μυστικό: δεν μπορεί ο καθένας να παράγει μελωδική και όμορφη μουσική. Τις περισσότερες φορές μας αρέσουν μερικές από τις πρώτες νότες και λέμε συνέχισε. Συνέχισε να παίζεις. Δεν πειράζει που δεν τα καταφέρνεις, εσύ συνέχισε. Πιστεύω πως θα τα καταφέρεις, σου έχω εμπιστοσύνη. Κι όταν πια η υπομονή μας εξαντληθεί του λέμε σταμάτα. Τελικά δεν μπορείς να παίξεις τη μουσική της ψυχής μου. Ο επόμενος.

Πόσες φορές θα αφήσεις να ψαχουλέψουν όμως για την κιθάρα σου;  Όχι πολλές. Αν αφήσεις την κιθάρα σου στο έλεος των επίδοξων οργανοπαιχτών κινδυνεύει να αχρηστευτεί. Τότε έρχεται η απογοήτευση. Δεν είναι για μένα λες η μουσική. Ίσως δεν υπάρχει καν αυτή η μελωδία. Την έχω ξεχάσει. Κι όμως. Έκανες ένα λάθος και αχρηστεύθηκαν οι χορδές της ψυχής σου. Τίποτα όμως δεν μένει χαλασμένο για πάντα εκτός αν το παρατήσουμε εμείς. Θέλει προσπάθεια; Θέλει. 

Μερικές φορές όμως ακόμα κι αυτοί οι απλοί κανόνες μπορεί να πέσουν έξω. Γιατί υπάρχει κάποιος που ξέρει ότι υπάρχει η μουσική σου. Με διακριτικότητα απεριόριστη, και χωρίς να ζητήσει να αγγίξει τις χορδές σου, θα σου σφυρίξει την μελωδία της ψυχής σου. Θα σε αφήσει με το στόμα ανοιχτό καθώς θα διαψεύδει τις απογοητεύσεις σου. Τότε μπορείς να του παραδώσεις την κιθάρα σου, χωρίς φόβο, χωρίς ενδοιασμούς πλέον. Και θα απολαμβάνεις τη μουσική…

(Δ.Κ)



Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα



Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».

(ἀπὸ τὴν συλλογή: «Κάτω Ἀπὸ Τὰ Κάστρα Τῆς Ἐλπίδας»)

Στην θλιμμένη μου ψυχή...



Στην θλιμμένη μου ψυχή,
φύσηξε ανεπάντεχα ένας άνεμος
που αποπλάνησε τις οδύνες μου,
ξελόγιασε την προσμονή μου
και σε πείσμα των καιρών
χάραξε κόκκινες μολυβιές,
στην άδεια καρδιά μου...

Φοβόμουν,
πως σαν βρέφος αμάλαγο
την ζωή μου θα γράπωνα στις μικρές μου χούφτες,
στων στεναγμών τις γέφυρες
θα απέρριπτα τις νύχτες
κι η φωνή μου,
-όμοια μ'αγγέλου ψαλμωδία-
θα καλούσε τους χρόνους σε αρμονία...

Στ'άχραντα χείλη μου
το χαμόγελο φάνταζε ανεπανάληπτο
στα μάτια μου φεγγοβολούσε η ελπίδα
για ένα αμόλυντο αύριο
και στα μαλλιά μου ήταν πλεγμένες,
οι εαρινές αύρες μιας ανάστασης
που θα γέμιζαν τη ζωή μου μ'απαντοχή...

Ένα μικρό θρόϊσμα με ξύπνησε...
Μια τόσο δα μικρή πνοή τ'ανέμου,
γύρισε την ψυχή μου
σε κλίμακα ελάσσονα...

Δεν είμαι εγώ αυτός,
έξω απ'της αποδημίας τους καιρούς...

Δεν μοιάζω εγώ,
με τούτες τις μετέωρες έννοιες...

Ποτέ δεν ήμουν,
Το ακριβές αντίγραφό σου ζωή....

Εγώ, γεννήθηκα λαξεμένος
από ενός ανεπάντεχου άνεμου την ορμή....

Νίκος Περράκης