Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Υπάρχουν άνθρωποι που περπατούν σκυφτοί...



Υπάρχουν άνθρωποι που περπατούν σκυφτοί 
Σα να κρατούν στους ώμους τους ολάκερο το σύμπαν…
Κοιτάζουν πάντα χαμηλά, τον ήλιο δεν τον βλέπουν
Πώς να τον δούνε μάτια μου;
Πώς να τον δεις τον ήλιο αν δε σηκώνεις το κεφάλι σου ψηλά ...

Γι'αυτό δεν είναι εύκολο να δεις το πρόσωπό τους...
Κανέναν δεν κοιτάζουνε
Κι αν τους ρωτήσεις, θα σου πουν, αόρατοι πως νιώθουν
Γι'αυτό κι εκείνοι δεν κοιτούν
Βλέπεις, θαρρούνε μάτια μου πως κι οι άλλοι δεν τους βλέπουν
Όμως ποτέ τους δε μιλούν… 

Μα αν καταφέρεις και τους δεις και τους κοιτάξεις πιο καλά
Τότε θα δεις τι κουβαλούν βαθιά μεσ'την ψυχή τους...
Θλίψη που καθρεφτίζεται στα σκυφτά μάτια τους
Πίκρα, που ζωγραφίζει το βουβό βλέμμα τους
Σιωπή, που σφίγγει τα στεγνά χείλη τους
Μοναξιά, που ασχημαίνει το πρόσωπό τους 
Μην απορήσεις μάτια μου
Η μοναξιά ασχημαίνει τους ανθρώπους...

Μη φοβηθείς και φύγεις!
Το δύσκολο ήταν να τους δεις
Πλησίασέ τους… μίλα τους
Μα να'σαι υπομονετικός 
Μην αισθανθούν τη λύπη σου
Κρύψε την ενοχή σου που δεν τους είδες πιο νωρίς
Πώς να το κάνεις μάτια μου αν δεν κοιτάζεις χαμηλά;
Πρέπει να νιώσεις μοναξιά για να κοιτάξεις σαν κι αυτούς
Να αισθανθείς πως είσαι εσύ… ή ίσως κάποιος που αγαπάς...
Μα αν γίνει έτσι μείνε ...
Νιώσε τον πόνο τους, τη μοναξιά, μόνο μη νιώσεις οίκτο
Είναι περήφανοι πολύ,κι αν νιώσουνε τον οίκτο σου
Πιότερο θα λυγίσουν...

Λένε πως όσοι είναι σκυφτοί
μέσα τους θέλουνε να μπουν, στη μήτρα που τους γέννησε
Εκεί που νιώθαν ασφαλείς...
Στον κόσμο εκείνο το μικρό που διπλωμένος μόνο αντέχεις 
Μα αντέχεις την αγάπη του κι αυτή είναι μεγάλη
Γι'αυτό ποτέ δεν την ξεχνάς… 
Πώς να το κάνεις άλλωστε;
Δεν ξεχνιέται η αγάπη μάτια μου, μόνο πονάει αν δεν την έχεις

Γι'αυτό θέλουν να ξαναμπούν στον κόσμο εκείνο το μικρό
Είναι μεγάλος τούτος 'δω...κακός και άδικος, ψυχρός,
Χωρίς στάλα αγάπη
Πώς να τ'αντέξει όλα αυτά ένα σκυφτό κεφάλι;

Μην απορήσεις αν σουν πουν πως η ζωή τους είναι εντάξει
Τι περιμένεις να σου πουν; πως έχουν μάθει να'ναι μόνοι;
Δε μαθαίνεται μάτια μου αυτό, μα συνηθίζεται πικρά

Λένε πως είσαι δυνατός αν έχεις μάθει ν'αγαπάς
Μα γίνεσαι πιο δυνατός αν έχεις μάθει την αγάπη να αντέχεις
Κι αυτό μαθαίνεται ευτυχώς!

Γι'αυτό μην ψάχνεις τι να πεις καθώς θα τους κοιτάζεις
Χάιδεψε απλά τα μάτια τους με γέλιο απ'την καρδιά σου
Βλέπεις, η θλίψη δεν κοιτά τα μάτια που γελάνε
Μίλα τους μόνο απ'την καρδιά και χαμογέλασέ τους
Μην πεις μια λέξη... τίποτα 
Μονάχα ακούμπησέ τους

Μην εκπλαγείς σαν τεντωθούν... 
Πρόσεξε, μην τρομάξεις!
Πήρες από το βάρος τους κι ισιώνει το κορμί τους
Μην εκπλαγείς όταν σε δουν
Θα σε κοιτάξουν μ'έκπληξη, μα θα χαμογελάσουν…
Δειλά...πριν το κεφάλι τους σηκώσουνε ψηλά
Στον ουρανό…

Ίσως τα μάτια κλείσουνε...
Γιατί θα τους θαμπώσει, το φως του ήλιου που θα δουν
Γιατί θα θυμηθούνε, το φως που είχαν στην καρδιά
Κι ίσως και να δακρύσουν
Μα θα 'ναι δάκρυα από χαρά
Και τότε, θα μιλήσουν ....



Στέβη Σαμέλη
Από τη συλλογή "Μια βόλτα στα σύννεφα"
(2012)



Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Αλκ. Παπαδάκη "Αν ήταν όλα αλλιώς"...


Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας....
Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει....
Αν στην προβλήτα μας περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα ,όλοι αυτοί που αγαπήσαμε....
Αν τόσες φορές ,παρασυρμένοι από το τραγούδι των σειρήνων,δεν είχαμε χάσει τη ρότα μας....
Αν δεν είχαμε κρυφτεί λαθραία σε λάθος όνειρα....
Αν όλα αυτά που γυάλιζαν και τα μαζέψαμε με τόση αφοσίωση και στοργή ξέραμε από την αρχή πως δεν ήταν χρυσάφι.....Μπορεί και να το ξέραμε ,αλλά μας έφαγε η ουτοπία.
Αν δεν είχαμε ξεπουλήσει σε γαλίφηδες εμπόρους τα τιμαλφή μας,για λίγες γουλιές παρηγοριάς....
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή,για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι....Τι απερισκεψία κι αυτή!Πάντα τους ληστές τους περνούσαμε για κατατρεγμένους.
Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε καταιγίδες.......
Αν φορούσαμε στολές παραλλαγής....Αυτό είναι σίγουρο μέσον για να πετύχεις.Μα εντελώς το αψηφήσαμε!
Εμείς ακόμα και τη νιτσεράδα για τις βροχές που κάποιος προνοητικός-δεν μπορεί πάντα υπάρχει ένας τέτοιος στο περιβάλλον μας-έχωσε στις αποσκευές μας,τη χαρίσαμε στον πρώτο τεμπέλη ψαρά.Έτσι.....Γιατί μας άρεσε το χαμόγελό του.....
Αχ,αυτή η λάθος εκτίμηση....Ο υπερβάλλων ζήλος...Η περιττή γενναιοδωρία!
Αν είχαμε υψώσει έναν τοίχο για να προστατέψουμε τη ζωή μας...Ένα ανάχωμα έστω.Μια ξερολιθιά.
Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση...Πόσος χαμένος χρόνος ,αλήθεια!
Αν δεν χαμογελούσαμε ,με κείνο το ηλίθιο χαμόγελο,σ'αυτόν που ερχόταν καταπάνω μας μ'ένα σουγιά....Λέγαμε αποκλείεται!Άλλη θα είναι η πρόθεσή του.
Αν δεν δίναμε ραντεβού με την ψυχή μας ,πέρα από τα όριά της....
Αν δεν κάναμε τον κλόουν,με στόχο να διασκεδάσει η ομήγυρις και να ξεχάσει τον καημό της....
Αν όλος ο κόσμος ήταν ένα κουκούλι που θα μας προστάτευε και μέσα εκεί,με όλη μας την άνεση,θα γινόμασταν από σκουλήκια πεταλούδες.....
Αν...Αν....
Αν ήταν όλα.... αλλιώς!
Άντε καλέ!
Μα τότε ,πως θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;

Αλκυόνη Παπαδάκη 
"Αν ήταν όλα αλλιώς"
(Πρόλογος του βιβλίου)

Νυχταλγία...



Η νύχτα να ρίχνει τα σκοτεινά της πέπλα,
μα κάποιος υπομονετικά περιμένει
όταν με βρει αδύναμο θα χτυπήσει την πόρτα.
Φροντίζω να φαίνομαι αρκετά δυνατός για αυτόν.
Νύχτα πάλι κι από τις άκρες μου ο πόνος πηγάζει
Σκούρος πηχτός ξεγλιστρά,
Ξεχύνεται, καταλαμβάνει το χώρο, 
με πνίγει...
Κι έτσι πως ρέει, παρασέρνει κι εμένα
Να πιστεύω πως τον μπορώ
και πως τον αντέχω.
Πως δεν δακρύζω,
πως στέκομαι γερά στα πήλινα πόδια μου,
πώς όλα με το χρόνο μαλάκωσαν
πως και ο ίδιος ο χρόνος ήταν ευγενικός
και με κρασί θα ξέπλενε τις πληγές μου.
Μα ούτε ο χρόνος σου χαρίζει τίποτα 
αν δεν κερδίσεις τον εαυτό σου...

(Δ.Κ)