Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη (απόσπασμα)



Σ’ αγαπάω μ’ ακούς;
Κλαίω, πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
κλαίω για τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς
και τραγουδάω για τα αλλά που πέρασαν, εάν είναι αλήθεια.
Για τα “πίστεψέ με” και τα “μη.”
Μια στον αέρα μια στη μουσική,
εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδάω
κλαίω για το σώμα πού άγγιξα και είδα τον κόσμο.
Έτσι μιλώ για ‘σένα και για ‘μένα..
Επειδή σ’ αγαπάω και στην αγάπη
ξέρω να μπαίνω σαν πανσέληνος
από παντού, για ‘σένα
μέσα στα σεντόνια, να μαδάω λουλούδια κι έχω τη δύναμη.
Αποκοιμισμένο, να φυσάω να σε πηγαίνω παντού,
σ’ έχουν ακούσει τα κύματα πως χαϊδεύεις,
πως φιλάς, πως λες ψιθυριστά το “τι” και το “ε.”
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.
Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτάδι,
πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει.
Το κλειστό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ.
Επειδή σ’ αγαπάω και σ’ αγαπάω.
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει
τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο.
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή που πια
δεν έχω τίποτε άλλο μες στους τέσσερις τοίχους,
το ταβάνι, το πάτωμα να φωνάζω από ‘σένα
και να με χτυπά η φωνή μου
να μυρίζω από ‘σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι.
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μέσα στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
να μιλώ για ‘σένα και για μένα.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς;
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς; Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;
Πού μ’ αφήνεις, που πας, μ’ ακούς;
Θα ‘ρθει μέρα, μ’ ακούς; για μας, μ’ ακούς;
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς;
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς;
το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ’ ακούς;
Της αγάπης μια για πάντα το κόψαμε
και δεν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς;
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς;
δεν υπάρχει το χώμα δεν υπάρχει ο αέρας που αγγίξαμε,
ο ίδιος, μ’ ακούς;
και κανείς δεν κατάφερε από τόσον χειμώνα
κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς;
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς;
Μες στη μέση της θάλασσας
από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ ‘ακούς.
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς.
Άκου, ποιος μιλάει στα νερά και ποιος κλαίει, ακούς;
Είμαι εγώ που φωνάζω κι είμαι εγώ που κλαίω, μ’ ακούς;
Σ’ αγαπάω, σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;
Για ‘σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να ‘ρθω.
Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον αέρα που αναπνέεις
και για ‘σένα κανείς δεν είχε ακούσει.
Μόνη να περιμένω που θα πρωτοφανείς
σαν από μια εικόνα καταστραμμένη.
Που κανείς να μην έχει δει για σένα για ‘σένα μόνο εγώ,
μπορεί, και η μουσική που διώχνω μέσα μου
αλλά αυτή γυρίζει δυνατότερη για ‘σένα,
όλα για ‘σένα, για ‘σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή.
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
έτσι σ’ έχω κοιτάξει που μου αρκεί.
Να’ χει ο χρόνος όλος αθωωθεί μες σε αυτά που το πέρασμα σου αφήνει.
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί πριν από εσένα και μαζί σου.
Πήγαινε, και ας έχω εγώ χαθεί ένα κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μέσα μια φωνή κι έναν καθρέφτη να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ.
Να σε βλέπω μισή να περνάς από μπροστά μου
και μισή να κλαίω για αυτό που χάνω, σ’ αγαπάω… Μ’ ακούς;


Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς;

Μητέρα Θλίψη...



Φανερώσου
Με τα σκοτάδια σου να χαμογελούν
Την πέτρινη αγκαλιά σου να ορέγεται ακόμη
Στρατιές μοναχικών δημίων
Τους πειρατές των εφτά σκουπιδότοπων
Με τις λιγδιάρικες στολές τους
Να λαμπυρίζουν
Στη διάταξη των μικρών και των μεγάλων φαλλών
Αναλογίσου όλους εμάς
Που καρτερούμε τυλιγμένοι σε μολυσμένες ρόμπες
Με παντόφλες και κέρατα
Ρίχνοντας χαμόγελα νάρκες στους καχύποπτους γείτονες
Όλους εμάς
Που φτυαρίζουμε αποκαμωμένοι το σκοτάδι
Με υπεριώδη βλέμματα
Και στρώνουμε δείπνα συντροφικά
Και μοιραζόμαστε ψίχουλα μπαγιάτικιας δόξας
Και μουχλιασμένους μύθους
Αναλογίσου μας και φανερώσου
Με το επίσημο σου ένδυμα
Με τα δόντια σου τα κοφτερά τα δίκαια
Ροκάνισε το θάνατο
Που καρφιτσώθηκε στα κόκαλα μας
Και ξαναβάφτισέ μας γιους σου
Φανερώσου
Μητέρα θλίψη
Δεν την αντέχουμε πια
Τόση ορφάνια

(Γ.Αγγελάκας - "Πώς Τολμάς και Νοσταλογείς Τσόγλανε")

Η Μαρίνα των Βράχων...



Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χί-
μαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυο σμαρίνια
- Μα που γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του
μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.
Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες
Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα
βότσαλα
Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.
Ακουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκκαλο άλλο
καλοκαίρι
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Η για να πας καβάλα στο μαϊστρο
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Ο μικρός πρίγκηπας και το φίδι...




Φτάνοντας στη Γη, ο μικρός πρίγκιπας ξαφνιάστηκε καθώς δεν είδε κανένα. Μάλιστα φοβήθηκε πως είχε κάνει λάθος σχετικά με τον πλανήτη, όταν κάτι σαν βραχιόλι, μέσα στην άμμο, σάλεψε χρωματισμένο από τις αχτίδες του φεγγαριού.

- Καλησπέρα, είπε ο μικρός πρίγκιπας, έτσι ολότελα τυχαία.

- Καλησπέρα, έκανε το φίδι.

- Σε ποιο πλανήτη έχω πέσει; ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας.

- Πάνω στη Γη, στην Αφρική, απάντησε το φίδι.

- Α! ... Δεν υπάρχει, λοιπόν, κανείς πάνω στη Γη;

- Εδώ είναι η έρημος. Στις ερήμους δεν υπάρχει κανείς. Η Γη είναι μεγάλη, είπε το φίδι.

Ο μικρός πρίγκιπας κάθισε σε μια πέτρα και σήκωσε τα μάτια προς τον ουρανό.

- Αναρωτιέμαι, είπε, αν τ' αστέρια φωτίζονται για να μπορέσει ο καθένας να ξαναβρεί κάποια μέρα το δικό του. Κοίτα το δικό μου πλανήτη. Είναι ακριβώς από πάνω μας ... Όμως, πόσο μακριά είναι!

- Είναι όμορφος, είπε το φίδι. Τι ήρθες να κάνεις εδώ;

- Έχω δυσκολίες με ένα λουλούδι, είπε ο μικρός πρίγκιπας.

- Α! έκανε το φίδι.

Και σώπασαν και οι δυο.

- Πού είναι οι άνθρωποι; είπε ξανά στο τέλος ο μικρός πρίγκιπας. Αισθάνεται κανείς μοναξιά στην έρημο...

- Την ίδια μοναξιά νοιώθει και ανάμεσα στους ανθρώπους, είπε το φίδι.

Ο μικρός πρίγκιπας το κοίταξε κάμποση ώρα:

- Είσαι ένα αστείο ζωάκι, του είπε στο τέλος, λεπτό σαν ένα δάκτυλο...

- Όμως, είμαι πιο δυνατό από όσο το δάκτυλο ενός βασιλιά, είπε το φίδι.

Ο μικρός πρίγκιπας φάνηκε να χαμογελά:

- Δεν είσαι και τόσο δυνατό... δεν έχεις μήτε πόδια... μάλιστα, ούτε να ταξιδέψεις δεν μπορείς...

- Μπορώ να πάω πιο μακριά απ' όσο μπορεί να σε πάει ένα καράβι, είπε το φίδι.

Κουλουριάστηκε γύρω από τον αστράγαλο του μικρού πρίγκιπα, σαν ένα χρυσό βραχιόλι.

- Αυτόν που αγγίζω, μπορώ να τον μεταφέρω εκεί που βρισκόταν πριν, συμπλήρωσε, αλλά εσύ είσαι αγνός κι έρχεσαι από ένα αστέρι...

Ο μικρός πρίγκιπας δεν απάντησε.

- Νιώθω λύπη για σένα, είσαι τόσο αδύναμος, πάνω σε τούτη τη γρανιτένια Γη. Μπορώ να σε βοηθήσω μια μέρα αν νοσταλγήσεις τον πλανήτη σου. Μπορώ...

- Ω! κατάλαβα και πολύ καλά μάλιστα, έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Μα γιατί μιλάς πάντα με αινίγματα;

- Τα έχω λύσει όλα τα αινίγματα, είπε το φίδι.

Και σώπασαν.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Συνειδητοποίησα...



Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα…
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται, μία-μία και με βαθιά απόλαυση.  
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.
Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.
Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.
Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα.
Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.
Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.
Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται…
Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν…
Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’ όσες έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου Σκοπός να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ…ως το τέλος, Ικανοποιημένος και σε Ειρήνη με τη Συνείδησή μου και τους Αγαπημένους σου!!!!


 Απο τον Βραζιλιάνο ποιητή και συγγραφέα Mario de Andrade

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Δραπετεύοντας από τον εαυτό μας


Κάποιοι από εμάς, πιστεύουμε ακράδαντα ότι μπορούμε να ξεφορτωθούμε τα προβλήματα αν μετακομίσουμε, κάνουμε παρέα με καινούργιους ανθρώπους, αλλάξουμε δουλειά ή πάμε διακοπές. Ξεχνάμε προφανώς ότι, όπου κι αν πάμε, παίρνουμε μαζί και τον εαυτό μας.
Είναι αδύνατο να ξεφύγουμε απ΄ αυτό που είμαστε. Αν είμαστε απελπισμένοι στην Αθήνα, θα είμαστε απελπισμένοι και στη Θεσσσαλονίκη. Αν νοιώθουμε μοναξιά και αποξένωση στον Πειραιά, θα νοιώθουμε το ίδιο στη Ρόδο ή στα Χανιά και στην Κέρκυρα.
Όταν αλλάζουμε σκηνικό, αυτό μπορεί να κάνει για λίγο τα πράγματα καλύτερα. Μετά όμως θα έρθουμε πάλι αντιμέτωποι με τις ίδιες εναλλακτικές συμπεριφορές, τις ίδιες στάσεις, τα ίδια συναισθήματα.
Το ίδιο ισχύει και όταν ψάχνουμε για καινούγιο/ α σύντροφο. Δεν αργούμε ν’ αποφασίσουμε ότι κάναμε κακή επιλογή, γι΄αυτό σταματάμε τη μουσική και αλλάζουμε παρτενέρ. Voila! Είμαστε ξανά ευτυχισμένοι για ένα διάστημα. Αλλά σε κάθε νέα σχέση κουβαλάμε τα προβλήματά μας, τους φόβους και τους περιορισμούς μας. Σύντομα ξαναβρισκόμαστε εκεί απ΄όπου ξεκινήσαμε, αγχωμένοι, δυστυχείς και ψάχνοντας για περισσότερα.
Στις μέρες μας είναι τόσο απλό να δώσουμε τέλος σε μια σχέση, ώστε φαίνεται να υπάρχει μικρό κίνητρο ακόμα και για να προσπαθήσουμε να τη βελτιώσουμε. Το βρίσκουμε ευκολότερο να κλείσουμε πίσω μας την πόρτα και να ξαναδοκιμάσουμε την τύχη μας.
Αν αναζητάμε πραγματικά -όπως όλοι λέμε- την αγάπη που θα αντέχει στο χρόνο, την αγάπη που θα μας προσφέρει ικανοποίηση και βαθιά χαρά, μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να το πετύχουμε.
Οι αλλαγές πρέπει να γίνουν μέσα μας, όχι έξω μας. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Απόσπασμα από το βιβλίο  του Leo Buscaglia “Γεννημένοι να αγαπάμε, Στοχασμόι για την Αγάπη”

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Φθινόπωρο στον έρωτα...


‎"Φθινόπωρο στον έρωτα
απόψε ανατέλλει
αρισμαρί και μέλι
μύρισαν τα βουνά
κι εγώ κοιτάζω σιωπηλός
το χώμα το βρεγμένο
σαν κάρβουνο αναμμένο
η ομορφιά πονά."


Κι εσύ θα νομίζεις πως προχώρησα...




I know you think that I shouldn't still love you, 
Or tell you that.
But if I didn't say it, well I'd still have felt it 
where's the sense in that? 

I promise I'm not trying to make your life harder 
Or return to where we were 

I will go down with this ship 
And I won't put my hands up and surrender 
There will be no white flag above my door 
I'm in love and always will be 

I know I left too much mess and 
destruction to come back again 
And I caused nothing but trouble 
I understand if you can't talk to me again 
And if you live by the rules of "it's over" 
then I'm sure that that makes sense 

I will go down with this ship 
And I won't put my hands up and surrender 
There will be no white flag above my door 
I'm in love and always will be 

And when we meet 
Which I'm sure we will 
All that was there
Will be there still 
I'll let it pass 
And hold my tongue 
And you will think 
That I've moved on.... 

I will go down with this ship 
And I won't put my hands up and surrender 
There will be no white flag above my door 
I'm in love and always will be 

I will go down with this ship 
And I won't put my hands up and surrender 
There will be no white flag above my door 
I'm in love and always will be 

I will go down with this ship 
And I won't put my hands up and surrender 
There will be no white flag above my door 
I'm in love and always will be

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

"ήταν Ανθρωπος................"


Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. 
Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα.
Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν π...ρόσεξαν τη γριούλα. 

Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή.
Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.
Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. 
Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο.
Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση.
Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια τής γριούλας, δεν μίλησε.
Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. 
Κάθησε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. 
Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. 
Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. 
Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε:
«Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου».
Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. 
«Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». 
Αισθάνθηκε ανώτερη,.................... αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.
Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. 
«Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. 
«Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους».
«Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης.
Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». 
«Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν ν’ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα». 
Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.

Αλλ’ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. 
Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. 
Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια». 
Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.

Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».

Στην επόμενη στάση ένα παληκάρι μπήκε στο λεωφορείο. 
Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. 
Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσική. 
Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουε. 
Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. 
Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. 
Πάγωσε. 
Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. 
Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. 
Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. 
Το παληκάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. 
Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. 
Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. 
«Γιαγιά, είπε, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». 
Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. 
Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.
Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. 
Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. 
Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. 
«Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. 
«Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. 
«Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. 
«Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. 
«Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. 

Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ»!!!!.


(Από την Ξένια Σώντερς)

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Τα αστέρια που γελάνε




Για όλους τους ανθρώπους τα αστέρια δεν είναι ίδια.
Για εκείνους που ταξιδεύουν τ' αστέρια είναι οδηγοί.
Για κάποιους άλλους δεν είναι παρά μικρά φωτάκια.
Όμως όλα αυτά τ' αστέρια σωπαίνουν.
Εσύ θα'χεις αστέρια που δεν έχει κανένας...

-Τι θες να πεις; 

- Όταν θα κοιτάζεις τον ουρανό τη νύχτα,
αφού εγώ θα μένω σε ένα απ' αυτά,
αφού εγώ θα γελάω σ' ένα απ' αυτά,
θα είναι λοιπόν για σένα σαν να γελάνε όλα τ΄αστέρια.
Εσύ θα έχεις αστέρια που ξέρουν να γελάνε! 

Τα φτερά είναι για να πετάς (Χόρχε Μπουκάϊ)



Τη μέρα εκείνη ο Χόρχε με περίμενε με ένα παραμύθι.
Όταν μεγάλωσε ο πατέρας του του είπε:
« Παιδί μου, δε γεννιόμαστε όλοι με φτερά. Μπορεί να μην είσαι υποχρεώμενος να πετάξεις, νομίζω όμως πως είναι κρίμα να μείνεις μόνο στο περπάτημα αφού έχεις τα φτερά που ο καλός Θεός σου έδωσε.»
«Μα δεν ξέρω να πετάω» απάντησε ο γιος.
«Σωστά…» είπε ο πατέρας. Και περπατώντας, τον πήγε ως το χείλος του γκρεμού, στο βουνό.
«Βλέπεις γιε μου; Το κενό. Όταν θελήσεις να πετάξεις, θα έρθεις εδώ θα πάρεις βαθιά ανάσα, θα πηδήξεις στην άβυσσο και απλώνοντας τα φτερά σου θα πετάξεις».
Ο γιος αμφέβαλλε.
«Κι αν πέσω;»
«Ακόμα κι αν πέσεις, δε θα σκοτωθείς. Οι λίγες γρατζουνιές θα σε κάνουν πιο δυνaτό στην επόμενη προσπάθεια» αποκρίθηκε ο πατέρας.
Το παιδί γύρισε στο χωριό να δει τους φίλους του, τις παρέες του, όλους εκείνους που είχε συντρόφους στην πορεία της ζωής του. Οι πιο στενόμυαλοι του είπαν:
«Είσαι τρελός; Για ποιο λόγο; Ο πατέρας σου είναι μισότρελος…Για ποιο λόγο να πετάξεις; Τι σου χρειάζεται; Γιατί δεν αφήνεις τις ανοησίες; Τι νόημα έχει να πετάξεις;»
Οι καλύτεροι φίλοι του τον συμβούλεψαν:
«Κι αν είναι αλήθεια; Μα σίγουρα δεν είναι επικίνδυνο; Γιατί δεν αρχίζεις σιγά-σιγά; Δοκίμασε να πηδήξεις από μια σκάλα ή από την κορυφή ενός δέντρου. Αλλά από τον γκρεμό, βρε παιδί μου;…»
Ο νεαρός άκουσε τις συμβουλές όσων τον αγαπούσαν. Ανέβηκε στην κορυφή του δέντρου και, με όλο του το θάρρος, πήδηξε. Άνοιξε τα φτερά του, τα κούνησε στον αέρα με όλη του τη δύναμη αλλά, δυστυχώς, έπεσε στο έδαφος.
Μ’ένα καρούμπαλο στο κεφάλι συνάντησε τον πατέρα του.
«Μου είπες ψέμματα! Δεν μπορώ να πετάξω. Το δοκίμασα και κοίτα πως χτύπησα! Δεν είμαι σαν κι εσένα. Τα φτερά μου είναι μόνο για στολίδι.»
«Παιδί μου» είπε ο πατέρας, «για να πετάξεις, πρέπει να έχεις τον απαραίτητο ελεύθερο χώρο στον αέρα, ώστε τα φτερά σου να ξεδιπλωθούν. Είναι σαν να πέφτεις με αλεξίπτωτο: χρειάζεσαι κάποιο ελάχιστο ύψος για να πηδήξεις.
Για να πετάξεις πρέπει να αρχίσεις να ριψοκινδυνεύεις.
Αν δε θέλεις να το κάνεις, καλύτερα να συμβιβαστείς και να μείνεις για πάντα στο περπάτημα.
»

Χόρχε Μπουκάϊ
Τα φτερά είναι για να πετάς

Δεκάλογος του Paulo Coelho



1. Όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί. Και θα πρέπει να κάνουν ό,τι μπορούν για να παραμείνουν έτσι.
2. Σε κάθε άνθρωπο έχουν δοθεί δύο ποιότητες: η δύναμη και το ταλέντο. Η δύναμη τον οδηγεί να συναντήσει το πεπρωμένο του, το ταλέντο του τον υποχρεώνει να μοιραστεί με τους άλλους τα καλά του στοιχεία. Ο καθένας πρέπει να γνωρίζει πότε να χρησιμοποιεί το ένα και πότε το άλλο.
3. Σε κάθε άνθρωπο έχει δοθεί μια αρετή: η ικανότητα να επιλέγει. Για όποιον δεν χρησιμοποιεί αυτή την αρετή, μετατρέπεται σε κατάρα – και οι άλλοι θα επιλέγουν πάντα για λογαριασμό του.
4. Κάθε άνθρωπος έχει τον Προσωπικό του Μύθο να υλοποιήσει και αυτός είναι ο λόγος που έρχεται στον κόσμο. Ο Προσωπικός Μύθος εκδηλώνεται στον ενθουσιασμό του για όσα κάνει.
5. Κάθε άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει δύο γλώσσες: τη γλώσσα της κοινωνίας και την γλώσσα των οιωνών. Η πρώτη εξυπηρετεί την επικοινωνία με τους άλλους. Η δεύτερη χρησιμοποιείται για να εξηγεί τα μηνύματα από τον Θεό.
6. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να αναζητά την απόλαυση – αυτό δηλαδή που δίνει σ’ εκείνον χαρά και όχι κατ’ ανάγκη στους άλλους.
7. Κάθε άνθρωπος πρέπει να διατηρεί ζωντανή μέσα του την ιερή φλόγα της τρέλας. Και πρέπει να συμπεριφέρεται σαν κανονικός άνθρωπος.
8. Τα μόνα σφάλματα που θεωρούνται σοβαρά είναι τα εξής: να μη σέβεσαι τα δικαιώματα του άλλου, να παραλύεις από τον φόβο, να αισθάνεσαι ένοχος, να νομίζεις ότι δεν αξίζεις ό,τι καλό και κακό σου συμβαίνει στη ζωή και να είσαι δειλός. Να αγαπούμε τους εχθρούς μας, αλλά να μην κάνουμε συμμαχίες μαζί τους. Βρίσκονται στον δρόμο μας για να δοκιμάσουν το σπαθί μας και αξίζουν τον σεβασμό της μάχης μας. Εμείς να διαλέγουμε τους εχθρούς μας και όχι αντίστροφα.
9. Όλες οι θρησκείες οδηγούν στον ίδιο Θεό και όλες αξίζουν τον ίδιο σεβασμό.
10. Ό,τι κάνουμε στο παρόν επηρεάζει το μέλλον ως συνέπεια και το παρελθόν ως λύτρωση.

Ο Μονόλογος του Παλιάτσου



Τα ρούχα μου είναι φαρδιά..
Χωράνε όλες τις διαθέσεις μου..
Στο τσαλακωμένο μου καπέλο, έχω ένα φρέσκο λουλούδι κι ενώ θα θελα να πω και ένα τραγουδάκι...
Ωστόσο..
Απλά στέκομαι..
Οι άνθρωποι με προσπερνούν και έτσι πλανιέμαι ανάμεσα τους..
Μου λένε να αλλάξω, να γίνω σαν εσένα κι εγώ..
Μα πώς;
Αφού τα μαλλιά μου τα ξερίζωσαν οι σκέψεις μου
Και τα όνειρα μου δραπετεύσαν μια νύχτα απ τα τρύπια παπούτσια μου
Πώς θα μπορούσα να κλάψω πάλι χωρίς τη μπογιά κάτω από τα μάτια μου;
Τα δάκρυα μου θα γίνουν αιώνια..
δε θα ξεβάψουν ποτέ..
Γι αυτό σου λέω
Άφησε με να συνεχίσω να βάζω το κόκκινο στη μύτη και το στόμα..
ο κόσμος θα γελά, μα εγώ δε θα ξεχνώ ποτέ πως ότι πω μυρίζει έρωτα..
κι εσύ, δε θα φοβάσαι να αγγίξω τη ψυχή σου γιατί θα βλέπεις από μακριά τα μεγάλα κάτασπρα γάντια μου..
τα φαρδιά μου ρούχα...
και όλες τις διαθέσεις μου.


(Ο Μονόλογος του Παλιάτσου, Ελένη Γιαννέλη) 




Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Παρεξηγημένη αγάπη


Παρεξηγημένη αγάπη είναι όταν ο άλλος γίνεται το αντικείμενο με το οποίο ικανοποιώ εγώ τις ανάγκες και τις επιθυμίες μου. Κάτι τέτοιο μάλλον προσκόλληση και αδυναμία πρέπει να ονομάζεται παρά αγάπη. Καταντούμε σε αυτή την παρεξηγημένη κατάσταση είτε όταν είμαστε φίλαυτοι – δηλαδή “εγωιστές” - είτε όταν πάσχουμε από κοινωνική ανασφάλεια. Σε αυτή την δεύτερη περίπτωση, ο φόβος μη τυχόν και μας απορρίψουν οι άλλοι μας κάνει να απαιτούμε συνεχώς επιβεβαίωση ("Πες μου ότι με αγαπάς ..."). Η ανασφάλεια, με τις απαιτήσεις που προτάσσει, μας εμποδίζει από το να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε τον άλλο για αυτό που πραγματικά είναι, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που μας εμποδίζουν οι απαιτήσεις που προτάσσει η φιλαυτία, ο “εγωισμός”. Ευκολα δε, μπορει να μετατραπει σε μισος, οταν το αντικειμενο της "αγαπης" μου παψει να ικανοποιει τις αναγκες μου....


Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Μεσα απο σενα...



Κάθε φορά που η σκέψη μου περιπλανιέται χωρίς σκοπό…Κάθε φορά που ένα δάκρυ στεγνώνει χωρίς να έχει λυτρωθεί..Κι άλλες τόσες που ένα χαμόγελο προσπαθεί να φωτίσει...Το πρόσωπο μου χωρίς αποτέλεσμα…Κάθε φορά που τα λόγια σου είναι καρφιά που τρυπάνε…Κάθε φορά που οι πράξεις σου με ματώνουν…Κι άλλες τόσες που το άγγιγμα σου ζει στις νύχτες μου..Για να ζω κι εγώ μαζί του…Κάθε φορά κάτι τέτοιες φορές…Ξέρω πως δεν έχω κανέναν…Γιατί…έχασα τον εαυτό μου…ψάχνοντας να βρω εσένα...


“Η Ιστορία ενός Ανθρώπου” του Σπύρου Αραβανή


Ηταν ένας άνθρωπος που περπατούσε πάντοτε σκυμμένος μέρες, μήνες, χρόνια..
 «Πιστεύεις στο Θεό;»... τον ρώτησαν κάποτε.
«Όσο αυτός σε μένα»απάντησε και δεν τον ξαναενόχλησε κανείς...
«Χρωστάς ένα ποίημα»του είπε η Ζωή ένα βράδυ.
«Γερνάω λέξεις»απάντησε και δεν τον ξαναενόχλησε ποτέ...
 «Γιατί δεν με βλέπεις;»τον προκάλεσε κάποια φορά ο Έρωτας.
«Είσαι τυφλός»απάντησε και δεν τον ξαναενόχλησε καθόλου....
«Θέλεις να παίξουμε;»του ζήτησε μια μέρα ο Θάνατος.
«Δεν έχω χρόνο»απάντησε και δεν τον ξαναενόχλησε κατόπιν....
 Κάποια μέρα έφθασε σε ένα πανδοχείο.Ζήτησε δωμάτιο.Η ξενοδόχος απόρησε:
-Κύριε, φαίνεστε τόσο κουρασμένος και ταλαίπωρος!
Από πού έρχεστε;
-Έρχομαι από τα βάθη της ψυχής.
-Και πού πηγαίνετε;
-Πηγαίνω ως την άκρη της ζωής.
-Κι όλη αυτή η σκόνη στα παπούτσια σας, τι είναι;
-Σημάδια για το δρόμο μου.
-Φοβάστε μη χαθείτε;
-Φοβάμαι μη ξεχάσω.....
Σπύρος Αραβανής, “Η Ιστορία ενός Ανθρώπου”

Το όνειρο μιας σκιάς...


Εφήμεροι,

Ποιος είναι τι
Και τι δεν είναι …

Το όνειρο μιας σκιάς
ο άνθρωπος.

Αλλ’ όταν θεϊκό
έλθει θεόσταλτο φως
λαμπρό φέγγος
φωτίζει τους ανθρώπους
και

γλυκεία γίνεται η ζωή.
(ΠΙΝΔΑΡΟΣ)


Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

Ο αητός και το κοράκι


Μια μέρα ο αητός ρωτάει το κοράκι: "Κοράκι πες μου, γιατί εσυ ζεις στη γη τριακόσια χρόνια, ενώ εγώ ζω τριάντα τρία χρόνια μόνο;" -"Γιατί, πατερούλη μου, εσύ πίνεις ζωντανό αίμα, ενώ εγώ τρέφομαι απο ψοφίμια." Σκέφτηκε ο αητός και είπε: " Ας τρώω λοιπόν κι εγώ ψοφίμια." Πετάξανε πέρα ο αητός και το κοράκι μαζί. Και να σου, βλέπουν εκεί ένα ψόφιο άλογο. Τρέχουν κοντά του. Το κοράκι άρχισε να τσιμπολογάει και να επαινεί το φαϊ του. Ο αητός τσιμπάει μια, τσιμπάει δυό, απλώνει τα φτερά του και κάνει στο κοράκι, "Όχι κοράκι αδερφέ μου. Παρά να καταπίνω τριακόσια χρόνια ψοφίμια, να πιώ καλύτερα μια φορά ζωντανό αίμα και για τα παραπέρα έχει ο Θεός!...

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη, "Η μοναξιά είναι από χώμα"


"Μην ακούς κι όλα όσα σου κατηγορώ. Ίσως υπερβάλλω, ίσως σ'αδικώ περισσότερο από όσο σου αξίζει. Είναι που το χρειάζομαι  στην αδυναμία μου να παρηγορηθώ που σ'έχασα. Έτσι δειλά, κακορίζικα και μικρόψυχα να παρηγορηθώ υποβιβάζοντας σε για να πείθομαι κι εγώ πως δεν είναι μόνο που σ'έχασα, αλλά και που γλίτωσα κιόλας..."

"Η ανάγκη κι η εξάρτηση είναι κάτεργο που μαραζώνει, όμορφος μόνο με ελευθερία γίνεσαι"

"Θέλω να μάθω ν'ακολουθώ τον εαυτό μου χωρίς να καθορίζω συνεχώς την όποια κατάσταση μου. Χωρίς να λέω "τώρα είμαι καλα", "τώρα είμαι λυπημένος", "τώρα νυστάζω", "τώρα πλήηττω", "τώρα νοιώθω μαγκούφης". Αν δεν ησυχάσω απο τις συνεχείς δηλώσεις μου δεν θα μπορέσω να συναντήσω αυτό που πραγματικά είμαι."

"Δεν γίνεται να αναπνεύσεις για λογαριασμό άλλου, ούτε να πιείς νερό σαν πληρεξούσιος της δίψας άλλου. Η ανακάλυψη και η αποκάλυψη της δικιάς σου αλήθειας γίνεται με κώδικες αυστηρά ατομικούς με τίμημα το μοναχικό μαρτυρικό σου βίωμα. Το αμεταβίβαστο, το με τίποτα εξαγοραζόμενο."

"Δεν μπορούμε να 'μαστε ευτυχισμένοι αν δεν γίνουμε σωστοί. Τίποτα δεν αποκτάς χωρίς πρώτα να γίνεις αντάξιός του."

"Δεν είναι εκμηδένιση η ταπείνωση. Η εκμηδένιση σε κατεβάζει στο τίποτα ενώ η ταπείνωση σ' ανεβάζει στα παν. Πώς να την καταφέρουμε όμως εμείς που από έπαρση είμαστε χτισμένοι. Πώς να την πετύχουμε, πες μου. Δεν πετυχαίνεται εύκολα γι' αυτό υποφέρουμε κι απ' τον πολύ τον πόνο κι απ' την πολλή την τυραννία αρχίζουμε, για την αυτοσυντήρηση μας, να υποψιαζόμαστε με την υποψία της καρδιάς κι αρχίζει λίγο-λίγο να φέγγει. "

" Το λίγο ανοίγει ρωγμές να γλιστρά μέσα ο ακόρεστος εγωϊσμός, να σε απαιτεί, να σε διεκδικεί. η παρενέργεια του εγωϊστικού έρωτα είναι μια: γενική δηλητηρίαση που την αγάπη την αλλοιώνει σε μίσος."

"Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε θέλω. Γιατί δεν θες παρά ότι σου λείπει κι εσύ πια δεν μου λείπεις αφού στης αγάπης τον τόπο δεν χωρά η απόσταση. Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι είμαι έρχεσαι."

"Η αγάπη δεν είναι κατα περίσταση, η αγάπη είναι άνευ όρων, δεν παζαρεύει δούναι και λαβείν, η αγάπη είναι έξοδος γιατί το εγώ το κάνει εσύ και σε λυτρώνει."

"Οι ήχοι του έρωτα είναι οι ψιθυρισμοί,όσο χαμηλότεροι τόσο πλησιέστεροι."

"Ο καιρός καλεί δεν καλείται.Και μόνο το αληθινό δεν έχει καιρό κι είναι παντοτινό…"

"Έρχεται η ώρα που θα λυτρωθώ από σένα. Και θα λυτρωθώ από σένα αγαπώντας σε περισσότερο, με της αγάπης το άμετρο μέτρο που είναι η περισσία....Θα σ’ αγαπώ τόσο που δεν θα σε απαιτώ δικιά μου. Να είσαι μόνο καλά εσύ χωρίς να ψάχνομαι πόσο καλά είμαι εγώ από το καλά σου."